Αρχείο

Posts Tagged ‘Παράδοση’

Οι Γιορτές της Γης είναι ένα οικολογικό και πολιτιστικό φεστιβάλ στο χωριό Βλάστη Κοζάνης …

Φεβρουαρίου 4, 2012 Σχολιάστε

Η ιδέα ηχούσε παράξενα πριν από εννιά χρόνια: μια οικολογική γιορτή στη Βλάστη Κοζάνης, ένα ορεινό χωριό της Δυτικής Μακεδονίας, σε υψόμετρο 1.240 μέτρων. Σε μια εποχή που οι συλλογικότητες υποχωρούν, το περιβάλλον φαίνεται να απασχολεί όλο και λιγότερο τους πολίτες και επιπλέον επιλέγοντας έναν τόπο μακρυά από πολυσύχναστους καθιερωμένους τουριστικούς προορισμούς που γειτνιάζει με μια περιοχή περιβαλλοντικά υποβαθμισμένη από τα θερμοηλεκτρικά εργαστάσια της ΔΕΗ, η διοργάνωση των Γιορτών της Γης έδινε την εντύπωση ενός πρόωρα χαμένου στοιχήματος.

Ωστόσο η Κοινότητα Βλάστης και η Εταιρεία Περιβαλλοντικής Έρευνας και Ενημέρωσης OΙΚOΤOΠΙΑ, τόλμησαν, και με την αρχική συμπαράσταση της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κατόρθωσαν από την πρώτη κιόλας χρονιά, το 2001, να «τραβήξουν» τα βλέμματα όλων όσων αναζητούν κάτι διαφορετικό και οι Γιορτές της Γης να καθιερωθούν ως ένα από τα ξεχωριστά καλοκαιρινά events.

Εύστοχα χαρακτηρίστηκε από τον τύπο ως «ένα φεστιβάλ για σκεπτόμενους ανθρώπους», καθώς οι επισκέπτες συμμετέχουν σε πλήθος πολιτιστικών και περιβαλλοντικών δραστηριοτήτων, που επιπλέον αποτελούν μια πρόταση εναλλακτικών διακοπών, μια πρόταση πολιτιστική, μια πρόταση διαχείρισης του ελεύθερου χρόνου, ακόμα και μια πρόταση εναλλακτικής διατροφής.  Παράλληλα οι Γιορτές της Γης φιλοδοξούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για την αειφόρο ανάπτυξη και το ξαναζωντάνεμα της ευρύτερης ορεινής υπαίθρου, καθώς η Βλάστη παρά την μεγάλη της ακμή στις αρχές του αιώνα, σήμερα φθίνει πληθυσμιακά ακολουθώντας την μοίρα όλων σχεδόν των ορεινών κοινοτήτων της χώρας μας.

Περισσότεροι από 80.000 επισκέπτες έχουν συμμετάσχει τα οκτώ αυτά χρόνια, στις 39 συνολικά ημέρες φεστιβαλικών δραστηριοτήτων. Με φυσικό σκηνικό το λιβάδι, κεντρικό σημείο αναφοράς του οικισμού της Βλάστης, έλληνες και ξένοι καλλιτέχνες μας ταξίδεψαν με ήχους και ρυθμούς παραδοσιακούς, έθνικ, τζαζ και ροκ. Ανάμεσά τους οι Kultur Shock (USA), Fanfare Ciocarlia (Ρουμανία), ο Shantel (Γερμανία), ο Ivo Papasov και o Theodosii Spasov (Βουλγαρία), ο Trilok Gurtu (Ινδία), ο Boban i Marko Markovic Orkestar και οι KAL (Σερβία), οι DelaDap (Austria), ο Khalid K.και οι Compagnie Cameleon (France), οι Hands Percussion Team (Malaysia), o Νίκος Παπάζογλου, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ο Παντελής Θαλασσινός, ο Σωκράτης Μάλαμας, η Καλλιόπη Βέττα, η Μάρθα Φριντζήλα, η Λιζέτα Καλημέρη, η Μελίνα Κανά, ο Δημήτρης Zερβουδάκης, ο Πετρο-Λούκας Χαλκιάς, o Χρίστος Τσιαμούλης, η Σοφία Παπάζογλου, ο Αγάθωνας, η Μαριώ, η Ρούλα Μανισσάνου, το συγκρότημα ΤΑΧΙΜΙ από τη Σουηδία, οι Mode Plagal, πολλά νεανικά συγκροτήματα (Δάρνακες, Δυτικές Συνοικίες, Xaxakes, Tσοπάνα Rave, FFC, κά), αλλά και αρκετά συγκροτήματα έθνικ μουσικής από Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Τσεχία, Τουρκία, Σερβία και Ινδία.

Αλλά οι Γιορτές της Γης δεν εξαντλούνται στην απλή διοργάνωση μιας σειράς συναυλιών. Στόχος μας είναι η λειτουργία μιας «οικολογικής πόλης» με την αγορά της, το χώρο του πολιτισμού, του θεάματος και του φαγητού, όπου ο πολίτης βιώνει μια διαφορετική λογική, σε αρμονία με το περιβάλλον, συμμετέχοντας σε μια μεγάλη γιορτή, που περιλαμβάνει συναυλίες, παιδότοπο, θέατρα δρόμου και παραστάσεις Καραγκιόζη, εικαστικές και φωτογραφικές εκθέσεις, εικαστικές παρεμβάσεις, σεμινάρια και συζητήσεις, παζάρι βιολογικών προϊόντων και χειροτεχνιών, παρουσίαση της δράσης περιβαλλοντικών οργανώσεων, περιβαλλοντικά παιχνίδια, ορεινές αθλητικές δραστηριότητες, κ.α.

oikotopia.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ (1) :

Το πρόβλημα της παράδοσης. [Η προφορική παράδοση με αφορμή τον Καραγκιόζη] …

Φεβρουαρίου 1, 2012 Σχολιάστε

Γιάννης Κιουρτσάκης

Το ζήτημα δεν είναι τόσο ποια πράγματα τελείωσαν, αλλά με τι αντικαθιστούμε, εμείς που ζούμε, όπως κάθε πράγμα της ζωής, μέσα στη φθορά και την αλλαγή, τα πράγματα που νομίζουμε τελειωμένα.
Γιώργος Σεφέρης
ΑΣ ΑΡΧΙΣΩ μ’ ένα επεισόδιο του Καραγκιόζη, που μου αρέσει να μνημονεύω. Ο Μπαρμπαγιώργος, που δεν ξέρει γράμματα και θέλει να στείλει γράμμα στο χωρίο του, πάει να βρεί τον διορισμένο από το σεράι γραμματικό, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον ανηψιό του: τον εξίσου αγράμματο αλλά θεομπαίχτη Καραγκιόζη που, όπως συνήθως, δήλωσε μιάν ιδιότητα με την οποία δεν έχει καμία σχέση και ανέλαβε «επισήμως και δημοσίως» καθήκοντα γραμματικού. Έκπληξη του Μπαρμπαγιώργου, ανάμικτη με θαυμασμό για το «γραμματιζούμενο ανιψίδι του», αλλά και με δυσοίωνα προαισθήματα για κάποιο επικέιμενο «χ’ νέρι». Αλλά ο αμαθής βλάχος, αντικρίζοντας τον ψευτογραμματικό, καθώς η επιστολή που σχεδιάζει να στείλει περιέχει ένα λυπητερό, καταπώς αισθάνεται, μήνυμα – το μήνυμα ότι το «π’δί τον Μητρούση τον πήραν αστρακαθιώτη (= στρατιώτη) και τον φράγκεψαν και του δώσαν μια καραμούζα να γυρίζει στα παζάρια και να κάνει τάρ τάρ τάρ» – απαιτεί, λοιπόν, το γράμμα αυτό να πάει «κλαφτό και μοιριολογιστό», ακριβώς όπως το υπαγορεύει· και προστάζει τον ανηψιό του να κλαίει κι αυτός την ώρα που γράφει, ώστε να ολοκληρωθεί η «κλαφτή» διαβίβαση. Φυσικά, ο Καραγκιόζης, που έτσι κι αλλιώς «γράφει» στα κουτουρού, σαν γνήσιος «γραμματοτυφλός» που είναι (ο χαρακτηρισμός δικός του), όχι μόνο δεν κλαίει αλλά σκάει στα γέλια. Καθώς όμως ο μπάρμπας του αγριεύει, σκαρφίζεται, για να ξεφύγει, ένα τέχνασμα: να βάλει τον αδαή χωριάτη να μιλήσει δήθεν στο τηλέφωνο – «τηλέφωνο» που δεν είναι στην πραγματικότητα παρά ένα χωνί παλιού γραμμοφώνου – ενώ ο ίδιος θα μιμείται από την άλλη άκρη του χωνιού τη φωνή της θειά-Γιωργούλας, της παραλήπτριας του γράμματος. Θάμβος του Μπαρμπαγιώργου, καθώς ακούει δίπλα του τη θειά-Γιωργούλα, δίχως να τη βλέπει· θάμβος μπροστά στα πράματα και τα θάματα που βγάζει κείνη η «Ογρωπή»: ως τη στιγμή που ανακαλύπτει το «χ’ νέρι» – και η σκηνή τερματίζεται με το ξυλοφόρτωμα που φαντάζεστε[1].
Έλεγα πως το επεισόδιο αυτό μου αρέσει να το μνημονεύω. Και τούτο γιατί, κάθε φορά που το ξανασκέφτομαι, μένω με τη σειρά μου έκθαμβος μπροστά στα πράγματα που μπορεί να κουβαλάει ένα λαϊκό θέατρο – πράγματα που κι εγώ και κάμποσοι άλλοι προσπαθήσαμε να μελετήσουμε, ξεκινώντας από το παράδειγμα του Καραγκιόζη ή κάποιο ανάλογο, χωρίς, ωστόσο, πιστεύω, ο εκτενής θεωρητικός μας λόγος να εξαντλήσει ποτέ όλα όσα με άκρα πυκνότητα και οικονομία μας λέει μια τέτοια σκηνή. Συνοψίζω: από τη μια, ο αγράμματος βοσκός, ο πρωτόγονος χωρικός που η φιγούρα εξεικονίζει μόνη της έναν κόσμο: τον κόσμο του αγροτικού πολιτισμού, της προφορικής παράδοσης, της αμιγώς προφορικής επικοινωνίας. Από την άλλη, ο παμπόνηρος κατεργάρης της πόλης, ο Καραγκιόζης, που παίζει εδώ αδιαίρετα τον ρόλο του αγύρτη, του τσαρλατάνου, και εκείνον του δημόσιου υπάλληλου του σεραγιού, δηλαδή την ανίκανη και διαφθαρμένη γραφειοκρατία ενός υπανάπτυκτου και υποδιοικούμενου κράτους· που εξεικονίζει έτσι πιο πλατιά τον κόσμο της νεοελληνικής πόλης, όπως αυτός εμφανιζόταν στην εποχή της ακμής του Καραγκιόζη – κι ίσως όχι μόνο σ’ αυτήν. Από τη μια, η αμεσότητα της προφορικής επικοινωνίας που, καθώς κινητοποιεί όλες μαζί τις αισθήσεις, δίνει στον κάθε συνομιλητή  τη δυνατότητα να μεταδώσει όχι απλώς μια πληροφορία, αλλά τον καημό του, τον πόνο του, την ψυχή του· να βάλει στον λόγο του ολόκληρο τον εαυτό του όχι μόνο με όσα λέει, αλλά και με τον τρόπο που τα λέει, με τον ρυθμό και τον τόνο της φωνής του, με το βλέμμα και την έκφραση του προσώπου του, με τις χειρονομίες του ή ακόμα μ’ ένα τραγούδι, όπως είναι το μοιρολόγι. Από την άλλη, η γραφή που, κατά τα φαινόμενα, παίρνει αυτόν τον ολοζώντανο λόγο, αυτήν την πολυεπίπεδη επικοινωνία και τους φυλακίζει σ’ ένα άψυχο και επίπεδο φύλλο χαρτιού, φορτωμένο με τα αφηρημένα σχήματα που λέγονται γράμματα· που φτωχαίνει, με άλλα λόγια, αυτήν την έκφραση κι αυτήν την επικοινωνία, όσο τουλάχιστον ο Μπαρμπαγιώργος δεν γίνεται συγγραφέας: όσο δεν κατορθώνει όχι απλώς να μάθει γράμματα, αλλά και να κατακτήσει το στοιχειώδες εκείνο ύφος γραφής, χάρη στο οποίο ο καημός του, που εκδηλώνεται τόσο σπαρταριστά στον προφορικό του λόγο, θα περνούσε κάπως στο γράμμα του. Όμως, για την ώρα, όχι μόνο δεν διακρίνουμε τέτοια προοπτική, αλλά και τα γράμματα στα οποία υποτίθεται ότι μετατρέπονται τα λόγια του Μπαρμπαγιώργου δεν είναι παρά οι άθλιες μουντζούρες, του οποίου θύμα πέφτει και πάλι ο ταλαίπωρος βλάχος. Εκείνο που παίζεται μπροστά μας είναι η εκμετάλλευση του αγράμματου κόσμου της υπαίθρου από τους δήθεν γραμματισμένους αστούς, τους κάθε λογής ψευτο-επιστήμονες ή μισο-επιστήμονες της νεοελληνικής πόλης· και είναι, ακόμα γενικότερα, η αλλοτρίωση που προκαλεί στις ανθρώπινες σχέσεις ο νεωτερικός πολιτισμός όταν εισβάλλει βίαια σε μια παραδοσιακή κοινωνία. Ένα δράμα που παίζεται επίσης σε αμέτρητες παραλλαγές και στη σκηνή της ζωής μας – στο σημείο αυτό θα χρειαστεί να επανέλθω.
Τώρα ας θυμηθούμε πρόχειρα και επί τροχάδην λίγα ακόμα καραγκιοζίστικα δρώμενα. Ας θυμηθούμε πώς αυτός ο «λουμποδύτ’ ς», ο Καραγκιόζης, δεν βρίσκει άλλον προστάτη, κάθε φορά που αντιμετωπίζει την εξουσία και τα όργανά της, από αυτόν ακριβώς τον εξαπατημένο βλάχο – το αίμα του. Ας θυμηθούμε την παροιμιώδη φράση του τελευταίου, όταν αντικρίζει το ανιψίδι του στα χέρια του Βεληγκέκα: «Έχει και μπάρμπα το π’ δί!». Οικογενειακό και εθνικό φιλότιμο, συγγενική αλληλεγγύη, σχέσεις προστασίας, στενοί δεσμοί του χωριού με τη μόλις σχηματισμένη νεοελληνική πόλη: όλα αυτά τα βιώματα, όλες αυτές οι σχέσεις, όλες αυτές οι ιδεολογικές αξίες και οι ψυχικές στάσεις του νεοελληνικού κόσμου θησαυρισμένες σε μια μικρή φράση και με μεγαλύτερη πληρότητα απ’ ό,τι στην πιο πετυχημένη ηθογραφία…Ας θυμηθούμε στην παράγκα του Καραγκιόζη: αυτό το ετοιμόρροπο κι όμως παράξενα ανθεκτικό κατάλυμα, το οποίο αποτυπώνει όχι μόνο την αντίθεση φτώχειας και πλούτου, υπηκόων και εξουσίας, έτσι που στέκει απέναντι στο φανταχτερό και μεγαλόπρεπο σεράι του πασά, ούτε μόνο το ήθος της παλιάς νεοελληνικής αστικής φτωχογειτονιάς, αλλά επίσης – και ίσως πάνω απ’ όλα – την εγγενή προσωρινότητα και τη μόνιμη ανασφάλεια όλης μας της κοινωνικής υπόστασης……………………………………………………………………………………
Εκείνο δηλαδή που υποστηρίζω είναι απλά ότι αυτό το «πρωτογενές», καθώς λέμε, θέατρο μεταφέρει κρίσιμες εμπειρίες του τόπου μας, ότι κατορθώνει να πιάσει στα δίχτυα του κάτι από το ασύλληπτο νεοελληνικό γίγνεσθαι και να το μετουσιώσει σε συμβολική εικόνα, μεταδίδοντας έτσι κάθε βράδυ στους θεατές του μια βαθιά – ανεπίγνωστη έστω – γνώση για τον κόσμο όπου ζούν, μιαν οξύτατη ευαισθησία απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα· κάτι που τόσο σπάνια πετυχαίνουν τα μαζικά θεάματα τα οποία ονομάζουμε σήμερα λαϊκά – παρά τα πλούσια μέσα που επιστρατεύουν και παρά τον υποτιθέμενο ρεαλισμό τους. Κι αυτή η διαπίστωση γεννάει ένα σημαντικό ερώτημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε τώρα.
Τι είναι λοιπόν εκείνο που επέτρεψε σ’ αυτό το «απλοϊκό» θέατρο να φορτιστεί με τόση αλήθεια; Πράγμα ακόμη πιο θαυμαστό: πώς αυτό το ξένο πολιτισμικό προϊόν – αφού ο Καραγκιόζης ήρθε στον τόπο μας από την Τουρκία και διαμορφώθηκε ως ολοκληρωμένο ελληνόφωνο θέαμα, με το τυπικό σκηνικό και τα τυπικά πρόσωπα που ξέρουμε, μόνο γύρω στα τέλη του περασμένου αιώνα – πώς αυτό το προϊόν μπόρεσε να γίνει ένας τόσο πιστός καθρέφτης του νεοελληνικού κόσμου, μια τόσο γνήσια έκφραση νεοελληνικού πολιτισμού;
Τέτοια ερωτήματα με παρακίνησαν εδώ και χρόνια να μελετήσω τον Καραγκιόζη[2]. Και η πιο ικανοποιητική σχετική απάντηση που μπόρεσα να βρώ εί –  ναι ότι αυτό το θέατρο στάθηκε δημιούργημα πολλών ανθρώπων – προϊόν συλλογικής επεξεργασίας. Αν, δηλαδή, ο Καραγκιόζης αποκαλύπτεται ομοούσιος με την κοινωνία και τον πολιτισμό μας, αυτό πρέπει να οφείλεται πρώτα στο γεγονός ο ίδιος είναι ένα απόσταγμα κοινών εμεπιριών, αξιών, και στάσεων που μετάγγισε στάλα στάλα στις παραστάσεις του η ίδια η νεοελληνική κοινότητα· ένα έργο ομαδικό. Και όταν λέμε ομαδικό, λέμε κατ’ ανάγκην παραδοσιακό: έργο που παραδίδεται από τον ένα τεχνίτη στον άλλο κι από τη μια γενιά στην άλλη, ώστε να γίνει κοινό κτήμα.
Αυτή είναι σχηματικά η ιδέα που δοκίμασα άλλοτε να αναπτύξω: ότι η ομαδική δημιουργία του Καραγκιόζη δεν είναι παρά η άλλη όψη του γεγονότος πως έχουμε να κάνουμε με μια παράδοση και μάλιστα με παράδοση προφορική: με έργα που παραδίδονται από στόμα σε στόμα μέσω μιας πρακτικής μαθητείας και χωρίς τη μεσολάβηση της γραφής· ακριβώς όπως γίνεται και με το δημοτικό τραγούδι, τα παραμύθια, τις διηγήσεις, τις παροιμίες, με όλα τα είδη του παραδοσιακού λαϊκού λόγου, καθώς και της μουσικής. « Ο Καραγκιόζης δεν γράφεται, λέγεται» είπε κάποτε στον Βάρναλη ο Μόλλας. Και τούτο είναι αποφασιστικό για την εμφάνιση της συλλογικής επεξεργασίας που υπαινίχθηκα. Πρώτο, ένα έργο, που δεν καθηλώνεται σε γραπτό κείμενο, αλλά κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα, διαφοροποιείται κατ’ ανάγκην από τους διαδοχικούς ερμηνευτές του, οι οποίοι – έστω και άθελά τους – το παραλλάσουν ακατάπαυστα κι επομένως το αναδημιουργούν· και όποιος είναι λίγο εξοικειωμένος με τον Καραγκιόζη ξέρει καλά πώς ο λόγος κάθε παράστασης είναι διαφορετικός από τον λόγο όλων των προηγούμενων παραστάσεων – ακόμα κι όταν μιλάμε για παράσταση του ίδιου έργου, παιγμένη από τον ίδιο καραγκιοζοπαίχτη, στη διάρκεια της ίδιας βραδιάς. Δεύτερο, αυτή η αέναη δημιουργία έχει εξ αρχής μια διάσταση συλλογική, καθώς ο καραγκιοζοπαίχτης – και κάθε προφορικός τεχνίτης – πλάθει την παράσταση και τον λόγο του όχι κλεισμένος στο γραφείο, αλλά μέσ’ από ένα συνεχή διάλογο με το κοινό που έχει μπροστά του, το οποίο επηρεάζει έτσι καθοριστικά, με τον έλεγχο και τις παραγγελίες του, τη δουλειά του τεχνίτη. Τρίτο, καθώς αυτός ο διάλογος επαναλαμβάνεται από παράσταση σε παράσταση, το αρχικό δημιούργημα μεταμορφώνεται ασταμάτητα σ’ ένα νέο έργο που τείνει να ανταποκριθεί ολοένα και πιο ικανοποιητικά στις ανάγκες και στα γούστα της ευρύτερης πολιτισμικής κοινότητας. Και τέταρτο, καθώς το έργο αυτό συντηρείται όχι σ’ ένα τυπωμένο βιβλίο ή χειρόγραφο, αλλά αποκλειστικά μεσ’ από τις αλλεπάλληλες ζωντανές εκτελέσεις του, μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως ό,τι επιζει από τις αμέτρητες καινοτομίες των τεχνιτών, ό,τι καθιερώνεται ως παράδοση είναι μονάχα εκείνο που άρεσε στην ευρύτερη κοινότητα, εκείνο που συγκράτησε η συλλογική μνήμη και, επομένως, ενέκρινε η ομάδα…………………..μιά τέτοια δημιουργία συντελείται πάντα μέσα στο αυστηρό πλαίσιο μιάς παράδοσης, στηρίζεται πάντα σε μια παράδοση, η οποία βρίσκεται πίσω και από τους αυτοσχεδιασμούς κάθε καραγκιοζοπαίχτη και από τη συνεργασία του παραδοσιακού κοινού του Καραγκιόζη……………………
Να λοιπόν που ο Καραγκιόζης οδηγεί σ’ ένα γενικότερο στοχασμό γύρω από την παράδοση – κι όχι μόνο την προφορική. Γιατί η προφορική παράδοση αποτελεί, όπως ελπίζω θα φανεί λίγο λίγο, τη μήτρα κάθε παράδοσης, τον αναπαλλοτρίωτο πυρήνα της ίδιας της έννοιας του παραδοσιακού.
Συνήθως, όταν μιλάμε για παράδοση, σκεφτόμαστε κάτι στατικό, που ταυτίζεται πάνω κάτω με την προσκόλληση στο παρελθόν, τη συντήρηση, την αντίσταση στην πρόοδο· σκεφτόμαστε την άρνηση της αλλαγής, την απολίθωση των παραδεδομένων προτύπων, την αναγωγή τους σε αυθεντία. Και πράγματι, υπάρχει στις λεγόμενες παραδοσιακές κοινωνίες ένας υπερτονισμός του παρελθόντος: υπερτονισμός που αντανακλά  πρίν απ΄’ όλα αντικειμενικές ανάγκες, αφού μιλάμε για κοινωνίες κατά κανό- [25] να αναλφάβητες, χωρίς συγκροτημένη επιστήμη και με στοιχειώδη τεχνολογία· επομένως, για κοινωνίες που έχουν πολύ μικρή ικανότητα να ανανεώσουν μόνες τη γνώση τους και είναι γι’ αυτό υποχρεωμένες – αν δεν θέλουν να πάνε πίσω – να στηρίξουν πριν απ’ όλα τη ζωή τους στα προηγούμενα, στις αναγνωρισμένες πρακτικές, στη γνώση των παλαιών, με μια λέξη στη παράδοση.
Από την άλλη μεριά, όταν μελετάμε με ποιο συγκεκριμένο τρόπο διαμορφώθηκε λ.χ. ο νεοελληνικός Καραγκιόζης ή το δημοτικό τραγούδι, αποκομίζουμε μιαν αίσθηση που δεν είναι λιγότερο δικαιολογημένη από την πρώτη μας εντύπωση. Προτού γίνει κοινό κτήμα, η παράδοση είναι μια ενέργεια, όπως το δείχνουν δύο πασίγνωστοι στίχοι, οι οποίοι προσεγγίζουν καλύτερα από κάθε ορισμό το παραδοσιακό ήθος:
Σ’ αυτόν τον κόσμο πού’ μαστε, άλλοι τον είχαν πρώτα
Σ’ εμάς τον παραδώκανε, κι άλλοι τον καρτερούνε
Αυτή η αδιάκοπη αναπροσαρμογή του παραδεδομένου ορίζει ουσιαστικά την προφορική παράδοση – και κάθε παράδοση…………………………………………….
……η παράδοση δεν αποτελεί απλώς μιαν πολιτισμική κληρονομιά, όπως αγαπάμε να το διακηρύσσουμε στις μέρες μας· αποτελεί προπάντων τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αξιοποιούν αυτήν την κληρονομιά – τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί, εκφράζεται, αντιλαμβάνεται τον εαυτό της στο παρόν μια κοινότητα ανθρώπων. Με δυό λόγια: όχι απλώς μιαν περιουσία – το έχειν αυτής της κοινότητας – αλλά μιαν ουσία – το ίδιο της το είναι.
Σημειώσεις
[1] Πρόκειται για «κλασική» σκηνή του έργου  Ο Καραγκιόζης γραμματικός, όπως παίζεται ακόμα σήμερα από τους περισσότερους καραγκιοζοπαίχτες.
[2] Από τα δύο βιβλία μου που στρέφονται γύρω από το θέατρο σκιών, αναφέρομαι εδώ αποκλειστικά στο Προφορική παράδοση και ομαδική δημιουργία. Το παράδειγμα του Καραγκιόζη, Κέδρος 1983.
Το πρόβλημα της παράδοσης, σελίδες 13-27, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2003

antifono gr

 

Κατηγορίες:Παιδεία Ετικέτες: , ,

Οι γυναίκες της Πόρπης τίμησαν την «Μπάμπω» ….

Ιανουαρίου 10, 2012 Σχολιάστε

Συντάκτης:  Άννα Πατρωνίδου 


Το πολύ κρύο δεν εμπόδισε τις γυναίκες του Λαογραφικού Πολιτιστικού Συλλόγου Γυναικών Πόρπης να γιορτάσουν και φέτος το έθιμο της γυναικοκρατίας ή της μπάμπως όπως χαρακτηριστικά λέγεται στη Θράκη, που σηματοδοτεί την άνοιξη και την ευφορία των καρπών αλλά και την αναγέννηση της φύσης, εφόσον στο πρόσωπο της μπάμπως τιμάται η μαμή, αυτή που για πολλά χρόνια ήταν εκείνη που παραστεκόταν στις λεχώνες και τα νεογέννητα αντιμετωπίζοντας όλες τις δυσκολίες της γέννας.

Η τελετή στην Πόρπη ξεκίνησε από πολύ νωρίς το πρωί και συνεχίσθηκε μέχρι αργά το απόγευμα. Τα μέλη του συλλόγου, γυναίκες κάθε ηλικίας, με το δικό τους μοναδικό τρόπο σταματούσαν τα διερχόμενα αυτοκίνητα και φώτιζαν τους οδηγούς ευχόμενες καλή χρονιά, υγεία και ευημερία. Και όπως βέβαια απαιτεί η ημέρα δεν έλειψαν και τα υπονοούμενα «σεξουαλικής παρενόχλησης». Το εορταστικό της ημέρας συνεχίσθηκε και το βράδυ σε χώρο διασκέδασης της περιοχής όπου βρέθηκαν και πολλοί άλλοι σύλλογοι τιμώντας με αυτό τον τρόπο την ημέρα της «μπάμπως».

Και του χρόνου κορίτσια!

 

Παρατηρητής Της Θράκης

——-

 

Εθνολογία, Λαογραφία και Πολιτισμός

 

Μακεδονική Παράδοση: Διονυσιακά Δρώμενα Δωδεκαημέρου στη ΚΑΛΗ ΒΡΥΣΗ Δράμας

Ιανουαρίου 9, 2012 Σχολιάστε

Από το βιβλίο του  Γ.Κ.Χατζόπουλου
» Η εμβρυακή Μορφή του Θεάτρου και η Λατρεία του Διόνυσου στη χώρα των Ηδώνων.»

ΚΑΛΗ ΒΡΥΣΗ

yaunatakabara

Σύντομη ιστορία

Ο οικισμός της Καλής Βρύσης  βρίσκεται είκοσι δύο χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πόλης της Δράμας και επτά από την πόλη της Προσοτσάνης.

Είναι κτισμένος στις ΒΑ υπώρειες του Μενοικίου όρους.

Το αρχικό όνομα του οικισμού ήταν Γκόρνιτσα (από το σλαβικό ΝΑ GORE = προς τα πάνω).

Αρχικά αναγνωρίσθηκε ως Κοινότητα Γκορνίτσης, Β. Δ. 14-3- 1923 Φ.Ε.Κ. Α’ 80(1923). Προήλθε από την Κοινότητα Καλλιθέας Ζίχνης (σημ. Καλλιθέας).
Μετονομάστηκε το 1927 σε Κοινότητα Καλής Βρύσης από τα πολλά νερά που έχει ο οικισμός (Δ. 1-4-1927, Φ.Ε.Κ. Α’ 76/1927), τα οποία ξεκινούν από τις πλαγιές του Μενοικίου και διαποτίζουν τους αγρούς.

Οι κάτοικοι του οικισμού είναι στην πλειοψηφία τους γηγενείς τα τρία τέταρτα περίπου.

Υπάρχουν και πρόσφυγες από τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη και την ενδοχώρα της Μ. Ασίας, οι οποίοι εγκατασταθήκανε σ’ αυτόν μετά την τραγική Μικρασιατική καταστροφή.

Οι ελληνικές και λατινικές επιγραφές, που βρέθηκαν στην περιοχή, τα άφθονα νομίσματα (χρυσά, αργυρά, χάλκινα), τα οποία προέρχονται από τον οικισμό,
η παρουσία προϊστορικού οικισμού
καθώς και το ιερό του Διονύσου

-για αυτό γίνεται λόγος σ’ άλλες σελίδες- δηλώνουν εύγλωττα ότι η περιοχή είχε συγκεντρώσει πολύ νωρίς το ενδιαφέρον των ανθρώπων, γι αυτό υπήρξε και θέατρο έντονων συγκρούσεων, όπως διαφαίνεται από τους πολλούς τάφους και τις επιτύμβιες στήλες .

Στην περιοχή αυτή οι κωμήτες Tasibasteni συνδέθηκαν στενά με τη λατρεία του θεού Διονύσου και τη λατρεία των νεκρών .

Οι κάτοικοι της Καλής Βρύσης διακρίνονται για τη βαθιά θρησκευτικότητά τους. Τούτο διαφαίνεται από την παρουσία ναών κα παρεκκλησίων, όπως του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Μαρίνας, του Προφήτη Ηλία, του Αγίου Γεωργίου, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, του Αγίου Βλασίου κ.ά.

Ο Αγιος Νικόλαος , ο οποίος κτίσθηκε πριν από το 1848 διαθέτει εξαιρετικής τέχνης ξυλόγλυπτο τέμπλο και Αγία Τράπεζα.

Η Αγία Μαρίνα, μονόχωρη εκκλησία, σύμφωνα με την επιγραφή που υπάρχει στη δυτική όψη, οικοδομήθηκε επί των ημερών του αοιδίμου Μητροπολίτου Δράμας Γερμανού του Γ’ το 1883.

Κάηκε το 1914 και ανοικοδομήθηκε από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Δράμας Αγαθάγγελο τον Μάγνητα.

Έντονη είναι η συμμετοχή των κατοίκων της Καλής Βρύσης στον Μακεδονικό Αγώνα. Ο Ιωάννης Μάρτζος διετέλεσε πρωτοπαλλήκαρο του Δούκα, οπλαρχηγού του Μακεδονικού αγώνα, ενώ στον αγώνα κατά των κομιτατζήδων διακρίθηκαν οι : Κάλλιας Βασίλειος, ΛιώκαςΔημήτριος, Λιώκας Ιωάννης κ.ά.
Οι Καληβρυσιώτες πλήρωσαν ακριβά τη συμμετοχή τους στον Μακεδονικό Αγώνα και την ελληνικότητά τους κατά τη βουλγαρική κατοχή του 1941-1944.

Κύρια ασχολία των κατοίκων η καπνοκαλλιέργεια και η σιτοκαλλιέργεια.

Τα  Διονυσιακά δρώμενα του Δωδεκαημέρου.
Σας παραθέτω ένα σπάνιο Ντοκουμέντο απο το 1965!.

Κάθε χρόνο, 6-8 Ιανουαρίου, τελούνται στον οικισμό εκδηλώσεις με την ονομασία «Μπαμπούγερα».

Κατά το χρονικό διάστημα από 6 μέχρι 8 Ιανουαρίου οι κάτοικοι της Καλής Βρύσης ποιος ξέρει πόσα χρόνια και από πότε τελούν μέχρι σήμερα και με αμείωτο ενδιαφέρον  τα δρώμενά τους, τα οποία αρέσκονται να αποκαλούν «Μπαμπούγερα» και όχι Μπαμπούγερους, όπως έχει καταγραφεί επιστημονικά το δρώμενο.

Γύρω στο απόγευμα της 6ης Ιανουαρίου, αφού πρώτα προετοιμαστούν κατάλληλα σε κάποιους χώρους, που συνήθως είναι τα σπίτια τους, οι Μπαμπούγεροι, ορμητικοί και υπερκινητικοί, ξεχύνονται στους δρόμους τους στενούς και πλακόστρωτους της Καλής Βρύσης.

Και αυτή η υπερκινητικότητά τους χαρακτηρίζεται εύλογα από μια διαχρονικότητα που μας οδηγεί αβίαστα στους πιστούς οπαδούς του θεού της χαράς, της διασκέδασης, του οίνου, της αμπέλου και γενικά της βλάστησης.

Στο κεφάλι φέρουν μιαν ιδιόμορφη μάσκα, κατασκευασμένη από χοντρό υφασμένο και λευκού χρώματος ύφασμα που στα δύο άνω άκρα της φέρει ομοιώματα κεράτων, τα οποία φιλοξενούν στην κορυφή τους θυσανωτή προβιά από μαύρη κατσίκα ή πρόβατο.

Η μάσκα συμπληρώνεται με άλλα κομμάτια προβιάς, τα οποία αποτυπώνουν τα φρύδια και το μουστάκι, που φροντίζουν να είναι ευτραφές. Την οδοντοστοιχία του προσωπείου συμπληρώνουν δύο σειρές από εννιά φασόλια και σκόρδα. Κύριο φόρεμά τους είναι το λευκό ποδήρες εσώρουχο και η γούνα.

Στην πλάτη σχηματίζεται ήβος με την προσθήκη ρακών ή και μικρού προσκεφάλου . Την όλη αμφίεση συμπληρώνουν κουδούνια μεταλλικά δεμένα με επιμέλεια στη μέση.

Ένα μεγάλο κουδούνι, που το ονομάζουν μ π α τ ά λ ι δένεται στο μπροστινό μέρος της ζώνης και φτάνει λίγο κάτω από τα γεννητικά όργανα.
Σ’ όλη τη διάρκεια της περιπλάνησής τους στα πλακόστρωτα στενοσόκακα οι Μπαμπούγεροι προβαίνουν σε τέτοιες κινήσεις, ώστε να προκαλείται εκκωφαντικός θόρυβος από την ήχηση των κουδουνιών.

Στο σημείο αυτό θα παραθέσουμε περιγραφή κάποιας συμβολικής κίνησης των Μπαμπούγερων. Κινούνται με ελαφρά κλίση του σώματος προς τα οπίσω, ώστε να κάμπτονται τα γόνατα.

Όσο γίνονται αυτές οι κινήσεις το μ π α τ ά λ ι κινείται έτσι, ώστε να υποδηλώνεται προσπάθεια για γενετήσια πράξη.

Προφανώς το μπατάλι στο δρώμενο της Καλής Βρύσης αντικατέστησε το φαλλό, σύμβολο αναγκαίο, κατά την τέλεση των διονυσιακών εορτών, ιδιαίτερα των φαλληφορίων ή φαλλαγωνίων .

Θα ήθελα ακόμη με την αναφορά στην παρουσία των κουδουνιών, τα οποία συμπληρώνουν τη σκευή των Μπαμπούγερων, να σημειώσω τα ακόλουθα :
Δύο από τα χαρακτηριστικά επίθετα, δηλωτικά των ιδιοτήτων, που συνοδεύουν το θεό Διόνυσο είναι και τα Εριβόας και Βρόμιος.

Προφανώς οι κάτοικοι της Καλής Βρύσης, «τα αγγόνια του Βάκχου», όπως αυτοαποκαλούνται καυχώμενοι, έκριναν ότι δεν ήταν αρκετές οι κραυγές των Μπαμπούγερων για να επιβεβαιώσουν την αλήθεια των δύο πιο πάνω επιθέτων του θεού τους, που τόσο λάτρεψαν κατά τον 3ο π.Χ. αιώνα, απόδειξη η αποκάλυψη ιερού λατρείας του, αλλά προσθέσανε και τα μεταλλικά κουδούνια με το θορυβώδη, εκκωφαντικό και διαπεραστικό τους ήχο, που συμβάλλει στην πρόκληση ιερής μανίας, τόσο προσφιλούς στο θεό Διόνυσο.

Οι Μπαμπούγεροι βρίσκονται σε διαρκή κίνηση. Δεν αφήνουν χώρο, τον οποίο να μην επισκέπτονται. Πέρα από την πλατεία του χωριού και τα καφενεία, δε διστάζουν να μπουν και στους αύλειους χώρους, όπου αναζητούν τους ενοίκους για να τους χτυπήσουν στην πλάτη ή σ’ όποιο άλλο μέρος του σώματος μπορούν με το γεμάτο στάχτη σακκουλάκι τους.

Παράλληλα επιχειρούν να συλλάβουν και αιχμαλώτους τους, όσους μπορούν βέβαια. Η καταδίωξη είναι συνεχής και ο σκοπός της η εικονική λήψη δώρου.

Ευθύς ως το πάρουν, τους απελευθερώνουν για να στραφούν στην καταδίωξη άλλου θύματος.

Μας προξένησε ιδιαίτερη εντύπωση, κατά την έρευνά μας κατά τα έτη 1968-1972, η προσθήκη στο δρώμενο του σάκκου με τη στάχτη.

Εύλογα κίνησε την περιέργειά μας, γιατί ήταν κάτι που δεν «έδενε» με το όλο δρώμενο.
Αναζητήσαμε την εξήγηση.

Και αυτή μας ήρθε από την αφήγηση του αείμνηστου γέροντα Μάρτζιου :

«Το σακκούλι με τη στάχτη το επινοήσανε οι προπάπποι μας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ήταν τότε που οι φοροεισπράκτορες έρχονταν στο χωριό και με απάνθρωπο τρόπο τους έπαιρναν φόρο.
Ήταν τόσο σκληροί, ώστε τους ξεγύμνωναν τέτοιες ημέρες. Κι εκείνοι για να τους εκδικηθούνε βρήκανε αυτόν τον τρόπο με τη στάχτη . Κι έτσι γλυτώνανε».

Ευφυές λοιπόν τέχνασμα των κατοίκων της Καλής Βρύσης για να εκδικηθούν τους καρπωτές του τίμιου ιδρώτα τους κάτω από το μανδύα του αθώου και καθιερωμένου για εκατονταετηρίδες δρωμένου, που με τη ρωμαλεότητά του και τον ψυχαγωγικό του χαρακτήρα είχε κερδίσει όχι μόνο την ανεκτικότητα, αλλά και το σεβασμό του στυγνού κατακτητή.

Αλλά και για την απαίτηση των Μπαμπούγερων για προσφορά δώρων  εκ μέρους των συλλαμβανομένων ως αιχμαλώτων πρόθυμα μας έδωσε την εξήγηση ο γέροντας Μάρτζιος :
«Τα Μπαμπούγερα ζητάνε δώρα από τους αιχμαλώτους τους για να πάρουν πίσω όσα είχαν αρπάξει οι φοροεισπράκτορες από τους προπάππους μας».
Η περιπλάνηση στους δρόμους και στις αυλές των σύγχρονων σατύρο.3ν θα συνεχισθεί μέχρι να νυχτώσει.
Οι τριήμερες εκδηλώσεις στην Καλή Βρύση κορυφώνονται με την παρωδία γάμου. Βέβαια και την ημέρα αυτή η παρουσία των Μπαμπούγερων είναι εντυπωσιακή, θορυβώδεις και υπερκινητικοί παρίστανται σ’ όλες τις φάσεις του εικονικού γάμου .

Σε γενικές γραμμές ο εικονικός γάμος ακολουθεί το τυπικό τοι παραδοσιακού γάμου.

Ντύσιμο του γαμπρού, της νύφης, εικονικός ιερέας, παρωδιακή τέλεση του μυστηρίου στην πλατεία του χωριού με κωμικές συμβουλές και ευχές  από τον ιερέα και τους παρακολουθούντες το «μυστήριο».
Βέβαια δε λείπουν τα προικιά της νύφης φορτωμένα σε καλοστολισμένο άλογο να τα συνοδεύουν ο συγγενείς των «νεονύμφων».
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε ότι το ρόλο της νύφης υποδύεται άνδρας .
Τούτο το επέβαλε ο συντηρητικός ρόλος της γυναίκας, αλλά και η μορφή του δρωμένου, η οποία κυριαρχείται από το κωμικό στοιχείο. Η μεταμφίεση λοιπόν του άνδρα σε γυναίκα ασφαλώς ενισχύει την κωμικότητα του δρωμένου, τόσο αναγκαία για την πιστή λατρεία ενός θεού ταυτισμένου με την ψυχαγωγία και τη χαρά της ζωής

 

Σάγια στη Νέα Καρβάλη και στο χωριό Ασκητές της Ροδόπης (5-Ιανουαρίου) ….

Ιανουαρίου 5, 2012 Σχολιάστε

Στην πλατεία της Ν. Καρβάλης οι κάτοικοι ανάβουν μεγάλη φωτιά, για να διώξουν τους καλικάντζαρους, και όλοι μαζί περιτριγυρίζουν  την φωτιά χορεύοντας και τραγουδώντας με σκοπό την ευημερία δηλαδή την καλοχρονιά. Όταν χαμηλώνει η φωτιά, τα παιδιά πηδούν από πάνω τρεις φορές. Στους παραβρισκόμενους μοιράζεται κονιάκ και «χοσάφι» που είναι παραδοσιακό έδεσμα της Καππαδοκίας. (www.kavalagreece gr)

**** Τα Σάγια τότε…

Στο Γκέλβερι της Καππαδοκίας, μια από τις μεγαλύτερες Χριστιανικές κοινότητες της περιοχής κάθε γιορτή έπαιρνε ιδιαίτερο νόημα, μέσα από τα λατρευτικά έθιμα και τις δοξασίες των κατοίκων της περιοχής.
Η γιορτή της παραμονής των Θεοφανίων στις 5 Ιανουαρίου, ήταν σ’όλους γνωστή με το όνομα “Σάγια”.
Πρωί πρώι με το ξημέρωμα πήγαιναν στην εκκλησία κι έπαιρναν τον μικρό αγιασμό, σε αντίθεση με τον μεγάλο αγιασμό που θα έπαιρναν την επόμενη μέρα των Θεοφανίων. Έπιναν αγιασμό και έφερναν και στα σπίτια τους για να ραντίσουν τα ζώα, τους κήπους τα χωράφια και τα αμπέλια. Μέσα σε φιάλες σφραγισμένες διατηρούσαν αγιασμό στο εικονοστάσι του σπιτιού ως τον άλλο χρόνο.
Τα παιδιά σχημάτιζαν ομάδες για να πουν τα κάλαντα. Γύριζαν πρωί πρωί στα σπίτια, έλεγαν το τροπάριο “Εν Ιορδάνη βαφτιζομένου σου κύριε… ” και μάζευαν δώρα, τα οποία και έτρωγαν την επόμενη μέρα σε κοινό γεύμα και όσα περίσσευαν τα πουλούσαν , για να αγοράσουν σχολικά είδη με τα χρήματα. Κάποιες ομάδες παιδιών, συνήθιζαν την ημέρα εκείνη να μεταμορφώνονται σε “Σάγια “. Διάλεγαν μια μεγάλη κυλότα, μέσα στην οποία να μπορέσουν να βυθιστούν μέχρι το λαιμό. Το κεφάλι μόνο έμενε απ’ έξω. Μ’ ένα ζευγάρι κέρατα στο μέτωπο, μια μεγάλη σειρά από βόλους και κουδουνάκια προσδεμένο σ’ αυτό το ιδιόρρυθμο ένδυμα, πήγαιναν στα Ελληνικά σπίτια και φώναζαν με δύναμη: “Ήρθε η σάγια, την άκουσες;”.
Ήταν ημέρα νηστείας η παραμονή των Θεοφανίων.   Τα συνηθισμένα νηστίσιμα φαγητά τους ήταν φακές, φασόλια τουρσί, κομπόστες από σταφίδες, δαμάσκηνα ή βερίκκοκα. Την ίδια   μέρα   ζύμωναν   στα σπίτια τις πίττες των Θεοφανίων.
Με επισημότητα και με την συμμετοχή όλων γινόταν το βράδυ της ίδιας μέρας το άναμμα της φωτιάς στην αυλή της εκκλησίας. Τη φωτιά αυτή έφλεγαν “κελεμέν” ή “Φώτων”.
Από νωρίς οι νέοι κουβάλούσαν κληματόβεργες και άλλα ξύλα και τα σώρευαν στην αυλή της εκκλησίας. Μαζεύονταν πολλοί χωριανοί γύρω από τον σωρό και ο παπάς ρωτούσε: “Ποιος θέλει να ανάψει την φωτιά και τι προσφέρει στην εκκλησία; “. Πρόσφερε ο καθένας οτι μπορούσε, π.χ. ένα σοινίκι αλεύρι (6 οκάδες), ένα πατμάν σπορέλαιο (6 οκάδες) ή ότι άλλο είχε και τελευταία εκείνος που θα έταζε το μεγαλύτερο ποσό, έπαιρνε το δικαίωμα να ανάψει την φωτιά. Έκανε τον σταυρό του, έλεγε “Κύριε ημών Ισου Χριστέ” κι έδινε φωτιά σε προσάναμμα από ξερά φύλλα. Οι φλόγες ανέβαιναν ψηλά και οι άνθρωποι τριγύριζαν την πυρά χορεύοντας και τραγουδώντας. Όλοι παρακολουθούσαν την κατεύθυνση του καπνού. Αν πήγαινε Ανατολικά, ήταν καλό σημάδι, η σοδειά θα ήταν πλούσια. Αν στρέφονταν προς την Δύση, το Βορρά ή το Νότο, μόνον τα σπίτια του χωριού που ήταν σ’ εκείνα τα σημεία θα είχαν καλή συγκομιδή. Όταν χαμήλωνε η λαμπάδα, τα παιδιά πηδούσαν από πάνω τρεις φορές, λέγοντας “Κύριε ημών Ισου Χριστέ”.Μερικοί έπαιρναν από την φωτιά μισοκαμμένα ξύλα και τα πήγαιναν στο τζάκι του σπιτιού για “γούρι”. Άλλοι έπαιρναν κάρβουνα και τα φύλαγαν για να τα χρησιμοποιήσουν στο θυμιατήρι τους. Στο τέλος μάζευαν την στάχτη και την σώρευαν πίσω από το Ιερό της εκκλησίας.
Νύχτα την παραμονή των Θεοφανίων, άνοιγαν τα ουράνια. Θεοφοβούμενοι άνθρωποι έβλεπαν λέει στον ουρανό την βάφτιση του Χριστού. Τα δένδρα, Λεύκες και Ιτιές, κοντά στις βρύσες λύγιζαν τον κορμό τους σαν σε προσκύνημα και έπιναν από τα αγιασμένα νερά της νύχτας εκείνης. Διηγούνται ότι κάποτε μια νεόνυμφη πήγε στη βρύση του χωριού να πιει νερό. Άξαφνα τα κλαδιά μιας Λεύκας που ήταν φυτρωμένη εκεί, έσκυψαν στη βρύση. Ξανασηκώθηκαν και πήραν μαζί τους το τσεμπέρι που φορούσε στο κεφάλι της η νέα. Προσπάθησε να πιάσει το μαντήλι της, αλλά είχε ανεβεί πολύ ψηλά. Την έπιασε φόβος κι έφυγε για το σπίτι της…
Τα Σάγια σήμερα…
Παραμονή των Θεοφανίων το απόγευμα, τα “Σάγια” συνεχίζονται στην Νέα Καρβάλη Καβάλας, καθώς και σε όλα σχεδόν τα Καππαδοκικά χωριά της Ελλάδας.
Το δρώμενο αυτό, όπως και πολλά άλλα που απαντώνται κατά την περίοδο του δωδεκαημέρου στην Ελλάδα, αποτελεί μια σύνθετη τελετουργική πράξη, η οποία περιέχει και λατρευτική διάσταση και έχει ως κύριο σκοπό την ευετηρία, δηλαδή την καλοχρονιά, στοιχείο που τόνιζεται με την πυρά, τις ευχές, τους χορούς και τα τραγούδια.

Τόπος διεξαγωγής

Νέα Καρβάλη

ΣΧΕΤΙΚΑ:

Ροδόπη: Αναβιώνει παραμονή των Φώτων το έθιμο Σάγια (agelioforos gr)

Αναβιώνει το έθιμο της Σάγιας (ΣΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΌ ΤΩΝ ΑΣΚΗΤΩΝ)

Εθνολογία, Λαογραφία και Πολιτισμός

Ροδόπη: Αναβιώνει παραμονή των Φώτων το έθιμο Σάγια ….

Ιανουαρίου 3, 2012 Σχολιάστε

Στα βάθη των αιώνων χάνεται το έθιμο του Σαγιά*, που αναβιώνει και φέτος, παραμονή των Φώτων, στο χωριό Ασκητές της Ροδόπης, από το Σύλλογο Καππαδοκών και Μικρασιατών Ροδόπης «Ο Μέγας Βασίλειος» και το Σύλλογο Γυναικών Ασκητών.

Όπως δήλωσε ο πρόεδρος του «Μέγα Βασίλειου», Χαράλαμπος Φαρασόπουλος, το έθιμο ήταν διαδεδομένο στους ορθοδόξους πληθυσμούς όλων των χωριών της Καππαδοκίας και το έφεραν «από την πατρίδα, στη νέα πατρίδα» οι 35 οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στους Ασκητές από το Αναργυράσιο (Αγιρνάς) της Καισαρείας.

Η προετοιμασία ξεκινά από το απομεσήμερο, οπότε και οι κάτοικοι του χωριού συγκεντρώνουν ξύλα μπροστά στην εκκλησία. Τα ξύλα στην άνυδρη Καππαδοκία ήταν σπάνια και οι νέοι γυρνούσαν στα σπίτια του χωριού για να μαζέψουν παλιές σκούπες, κυψέλες και ό,τι άλλο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμη ύλη.Δημιουργείται θημωνιά με διάμετρο και ύψος ως πέντε μέτρα. Μετά τον εσπερινό, γίνεται πλειοδοτικός διαγωνισμός και όποιος προσφέρει τα περισσότερα έχει το προνόμιο να ανάψει τη φωτιά. Τα χρήματα από το διαγωνισμό διατίθενται στο ναό.

Γύρω από την τεράστια φωτιά που φωτίζει όλη την πλατεία, χορεύουν παραδοσιακούς τελετουργικούς χορούς από την Καππαδοκία, αλλά και Θρακιώτικους. Μόλις τελειώσει ο χορός, οι γυναίκες κερνούν χειροποίητους κουραμπιέδες και μπακλαβάδες με σουσάμι. Όταν καταλαγιάσει η φωτιά, οι κάτοικοι του χωριού παίρνουν από ένα κλαδάκι για να ανάψουν το καντήλι, ενώ με το κάρβουνο χαράσσουν το σταυρό στο σπίτι και το στάβλο. Στην Καππαδοκία, τα κάρβουνα χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες του ναού.

Σύμφωνα με τον κ. Φαρασόπουλο, πρόκειται για προχριστιανικό έθιμο, που αφομοιώθηκε από τη χριστιανική θρησκεία και έγινε μέρος της λατρείας. Σκοπός της φωτιάς είναι να φύγουν οι Καλικάτζαροι και συμβολισμός της η απαλλαγή από τα ψυχικά βάρη και τα ενοχλητικά δαιμόνια.

Αυτός που θα ανάψει τη φωτιά λογίζεται τυχερός και ευλογημένος, ενώ θεωρείται ότι τα χωράφια που είναι από τη μεριά που θα φυσήξει ο καπνός θα έχουν καλύτερη παραγωγή.

agelioforos gr

ΣΧΕΤΙΚΑ:

Αναβιώνει το έθιμο της Σάγιας (ΣΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΌ ΤΩΝ ΑΣΚΗΤΩΝ)

Εθνολογία, Λαογραφία και Πολιτισμός

———————————————————-

**** Τα Σάγια τότε…

Στο Γκέλβερι της Καππαδοκίας, μια από τις μεγαλύτερες Χριστιανικές κοινότητες της περιοχής κάθε γιορτή έπαιρνε ιδιαίτερο νόημα, μέσα από τα λατρευτικά έθιμα και τις δοξασίες των κατοίκων της περιοχής.
Η γιορτή της παραμονής των Θεοφανίων στις 5 Ιανουαρίου, ήταν σ’όλους γνωστή με το όνομα «Σάγια».
Πρωί πρώι με το ξημέρωμα πήγαιναν στην εκκλησία κι έπαιρναν τον μικρό αγιασμό, σε αντίθεση με τον μεγάλο αγιασμό που θα έπαιρναν την επόμενη μέρα των Θεοφανίων. Έπιναν αγιασμό και έφερναν και στα σπίτια τους για να ραντίσουν τα ζώα, τους κήπους τα χωράφια και τα αμπέλια. Μέσα σε φιάλες σφραγισμένες διατηρούσαν αγιασμό στο εικονοστάσι του σπιτιού ως τον άλλο χρόνο.
Τα παιδιά σχημάτιζαν ομάδες για να πουν τα κάλαντα. Γύριζαν πρωί πρωί στα σπίτια, έλεγαν το τροπάριο «Εν Ιορδάνη βαφτιζομένου σου κύριε… » και μάζευαν δώρα, τα οποία και έτρωγαν την επόμενη μέρα σε κοινό γεύμα και όσα περίσσευαν τα πουλούσαν , για να αγοράσουν σχολικά είδη με τα χρήματα. Κάποιες ομάδες παιδιών, συνήθιζαν την ημέρα εκείνη να μεταμορφώνονται σε «Σάγια «. Διάλεγαν μια μεγάλη κυλότα, μέσα στην οποία να μπορέσουν να βυθιστούν μέχρι το λαιμό. Το κεφάλι μόνο έμενε απ’ έξω. Μ’ ένα ζευγάρι κέρατα στο μέτωπο, μια μεγάλη σειρά από βόλους και κουδουνάκια προσδεμένο σ’ αυτό το ιδιόρρυθμο ένδυμα, πήγαιναν στα Ελληνικά σπίτια και φώναζαν με δύναμη: «Ήρθε η σάγια, την άκουσες;».
Ήταν ημέρα νηστείας η παραμονή των Θεοφανίων.   Τα συνηθισμένα νηστίσιμα φαγητά τους ήταν φακές, φασόλια τουρσί, κομπόστες από σταφίδες, δαμάσκηνα ή βερίκκοκα. Την ίδια   μέρα   ζύμωναν   στα σπίτια τις πίττες των Θεοφανίων.
Με επισημότητα και με την συμμετοχή όλων γινόταν το βράδυ της ίδιας μέρας το άναμμα της φωτιάς στην αυλή της εκκλησίας. Τη φωτιά αυτή έφλεγαν «κελεμέν» ή «Φώτων».
Από νωρίς οι νέοι κουβάλούσαν κληματόβεργες και άλλα ξύλα και τα σώρευαν στην αυλή της εκκλησίας. Μαζεύονταν πολλοί χωριανοί γύρω από τον σωρό και ο παπάς ρωτούσε: «Ποιος θέλει να ανάψει την φωτιά και τι προσφέρει στην εκκλησία; «. Πρόσφερε ο καθένας οτι μπορούσε, π.χ. ένα σοινίκι αλεύρι (6 οκάδες), ένα πατμάν σπορέλαιο (6 οκάδες) ή ότι άλλο είχε και τελευταία εκείνος που θα έταζε το μεγαλύτερο ποσό, έπαιρνε το δικαίωμα να ανάψει την φωτιά. Έκανε τον σταυρό του, έλεγε «Κύριε ημών Ισου Χριστέ» κι έδινε φωτιά σε προσάναμμα από ξερά φύλλα. Οι φλόγες ανέβαιναν ψηλά και οι άνθρωποι τριγύριζαν την πυρά χορεύοντας και τραγουδώντας. Όλοι παρακολουθούσαν την κατεύθυνση του καπνού. Αν πήγαινε Ανατολικά, ήταν καλό σημάδι, η σοδειά θα ήταν πλούσια. Αν στρέφονταν προς την Δύση, το Βορρά ή το Νότο, μόνον τα σπίτια του χωριού που ήταν σ’ εκείνα τα σημεία θα είχαν καλή συγκομιδή. Όταν χαμήλωνε η λαμπάδα, τα παιδιά πηδούσαν από πάνω τρεις φορές, λέγοντας «Κύριε ημών Ισου Χριστέ».Μερικοί έπαιρναν από την φωτιά μισοκαμμένα ξύλα και τα πήγαιναν στο τζάκι του σπιτιού για «γούρι». Άλλοι έπαιρναν κάρβουνα και τα φύλαγαν για να τα χρησιμοποιήσουν στο θυμιατήρι τους. Στο τέλος μάζευαν την στάχτη και την σώρευαν πίσω από το Ιερό της εκκλησίας.
Νύχτα την παραμονή των Θεοφανίων, άνοιγαν τα ουράνια. Θεοφοβούμενοι άνθρωποι έβλεπαν λέει στον ουρανό την βάφτιση του Χριστού. Τα δένδρα, Λεύκες και Ιτιές, κοντά στις βρύσες λύγιζαν τον κορμό τους σαν σε προσκύνημα και έπιναν από τα αγιασμένα νερά της νύχτας εκείνης. Διηγούνται ότι κάποτε μια νεόνυμφη πήγε στη βρύση του χωριού να πιει νερό. Άξαφνα τα κλαδιά μιας Λεύκας που ήταν φυτρωμένη εκεί, έσκυψαν στη βρύση. Ξανασηκώθηκαν και πήραν μαζί τους το τσεμπέρι που φορούσε στο κεφάλι της η νέα. Προσπάθησε να πιάσει το μαντήλι της, αλλά είχε ανεβεί πολύ ψηλά. Την έπιασε φόβος κι έφυγε για το σπίτι της…
Τα Σάγια σήμερα…
Παραμονή των Θεοφανίων το απόγευμα, τα «Σάγια» συνεχίζονται στην Νέα Καρβάλη Καβάλας, καθώς και σε όλα σχεδόν τα Καππαδοκικά χωριά της Ελλάδας.
Το δρώμενο αυτό, όπως και πολλά άλλα που απαντώνται κατά την περίοδο του δωδεκαημέρου στην Ελλάδα, αποτελεί μια σύνθετη τελετουργική πράξη, η οποία περιέχει και λατρευτική διάσταση και έχει ως κύριο σκοπό την ευετηρία, δηλαδή την καλοχρονιά, στοιχείο που τόνιζεται με την πυρά, τις ευχές, τους χορούς και τα τραγούδια.

Τόπος διεξαγωγής

Νέα Καρβάλη

Αίσιον και ευτυχές το νέον έτος ….

Δεκέμβριος 31, 2011 Σχολιάστε

 

Αίσιον και ευτυχές το νέον έτος 2012…

Καλαντλάρτς καλή χρονία
ντ΄αγνόν έτον η παντρεία
Καλαντάρτς και νέον έτος
κορ’ θα παίρω σε οφέτος…

 

Ο Κούντουρον εν λειφτός
…κουρπάν ρίζα μ΄σο Χριστό σ’
Ο Μαρτς φέρ’ τα χελιδόνια
κελαηδούν και λύν τα χιόνια.

Απρίλτς έρται και περάν’
τ’ άλλο κλαίει, τ’ άλλο γελά
Έρθεν ο Καλομηνάς
γάλα φά όντας πεινάς

Κερασινόν φέρ’ τον ήλον
κουζαρτέν’  ’κι ευτάει το μήλον………Ανάγνωση του υπολοίπου »

Πόντος και Αριστερά

Εθνολογία, Λαογραφία και Πολιτισμός

Κατηγορίες:Uncategorized Ετικέτες: , ,