Αρχείο

Posts Tagged ‘Εθνική ταυτότητα’

Όταν το ταλέντο δεν… περισσεύει!

Σεπτεμβρίου 13, 2012 Σχολιάστε

Γράφει ο Γιάννης Πρεβενιός (Ελεύθερη Ζώνη)

Το ακούσαμε και αυτό στα πλαίσια της τέχνης και της πνευματικής “αναρχίας” που επικρατεί στον εγκέφαλο ορισμένων καλλιτεχνών όπου η οπτική τους ματιά πολλές φορές ξεφεύγει από την…  υποτιθέμενη άλλη οπτική γωνία και γίνεται γελοιότητα και φαιδρότητα που προκαλεί το μειδίαμα και ενός μικρού παιδιού.

Μιλώ φυσικά για αυτή την περιβόητη παράσταση κάποιας άγνωστης στο ευρύ κοινό σκηνοθέτου όπου μας παρουσιάζει τον γνωστό ήρωα της Ελληνικής επανάστασης Αθανάσιο Διάκο ως σουβλατζή ο οποίος μάλιστα σκότωσε την έγκυο γυναίκα του γιατί τον απάτησε με ένα λαθρομετανάστη!………… Διαβάστε περισσότερα…

Advertisements

Προπαγάνδα με τους Βλάχους ….

Μαρτίου 8, 2012 Σχολιάστε

Του Νικολαου Ι. Μερτζου*(kathimerini gr)

Πρόσφατα η Ρουμανία εξεβίασε το Βελιγράδι να αναγνωρίσει «βλάχικη μειονότητα» στη Σερβία, ενώ η ρουμανική προπαγάνδα συνεχίζεται – και στην Ελλάδα. Ως γνωστόν, ευθύς μετά την ίδρυσή της η Ρουμανία επί τουλάχιστον 73 συνεχή χρόνια μεταξύ 1870-1943 δαπάνησε ποταμούς χρυσού για να πείσει τους βλαχόφωνους Ελληνες ότι τάχα «είναι Ρουμάνοι», αλλά απέτυχε οικτρά. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον απαράβατο κανόνα. Από το 1960 συνεχίζει με ηπιότερους τρόπους την προσπάθεια εκμαυλισμού, προσφέροντας υποτροφίες και άλλα προνόμια σε οποιονδήποτε Βαλκάνιο νέο, προερχόμενο απλώς από βλαχόφωνη οικογένεια, έστω και μεικτή. Απέτυχε στην Ελλάδα, αλλά έχει επιτυχίες στα Σκόπια και στην Αλβανία.

Στους καιρούς μας, ωστόσο, το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στη ρουμανική προπαγάνδα. Τα τελευταία 25 χρόνια ισχυρά ξένα κέντρα επιχειρούν συστηματικά να αναγνωρισθεί διεθνώς στα Βαλκάνια ένα ξεχωριστό «Διαπεριφερειακό Εθνος Βλάχων» με αντίστοιχες «μειονότητες» σε καθεμιά βαλκανική χώρα. Ο στόχος είναι προφανής: εσωτερικές έριδες έως συγκρούσεις στα σπλάχνα του καθενός λαού, αποσταθεροποίηση των επιμέρους βαλκανικών κρατών χωριστά και τελικά περαιτέρω κατακερματισμός της Βαλκανικής.

Η βαλκανική χερσόνησος είναι κρίσιμος γεωπολιτικός χώρος επειδή αποτελεί τον συντομότερο στρατηγικό διάδρομο προς/από τα κοιτάσματα της Κασπίας και ελέγχει την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης, επειδή τη διασχίζουν οι ενεργειακοί αγωγοί, όπου αναμετρούνται η Ουάσιγκτον με τη Μόσχα. Γι’ αυτόν τον σκοπό τα ξένα κέντρα επικαλούνται το γεγονός ότι Βλάχοι σήμερα υπάρχουν σε Αλβανία, Σερβία, Σκόπια, Βουλγαρία, Ρουμανία και Ελλάδα. Ετσι όντως συμβαίνει. Ωστόσο, αμάχητα κρατικά αρχεία, αυτοκρατορικά διατάγματα, μνημεία, επιτύμβια, μέγαρα, εμπορικά κέντρα και επιστημονικά συγγράμματα ξένων ιστορικών, τόσο στα Βαλκάνια όσο και στην Αυστροουγγαρία, μαρτυρούν διαχρονικά από τον 16ο κιόλας αιώνα ότι όλοι αυτοί ανεξαιρέτως οι Βλάχοι προήλθαν από τα περιώνυμα βλαχοχώρια του ευρύτερου ελληνικού χώρου, καμάρωναν ότι είναι Ελληνες, καλλιέργησαν και μετέδωσαν την ελληνική παιδεία, μετέδωσαν τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, συνέδραμαν πρωταγωνιστικά το Γένος να απελευθερωθεί και χρύσωσαν τη μικρή Ελλάδα μόλις απελευθερώθηκε. Τα αμάχητα αυτά τεκμήρια πιστοποιούν την εθνική ταυτότητα της βλαχόφωνης Ρωμιοσύνης μας στη Διασπορά με ονοματεπώνυμο, τόπο καταγωγής, επάγγελμα και χρονολογία αυτών των Βλάχων.

Στις χώρες της μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας, Αυστρίας και Ουγγαρίας, οι Ελληνες Βλάχοι απέκτησαν μυθικές περιουσίες, τεράστια κτήματα, ισχυρότατες τράπεζες, περίλαμπρα μέγαρα και τίτλους ευγενείας στον αυτοκρατορικό οίκο των Αψβούργων. Αφού είχαν ανθήσει στη Βενετία, επικρατούσαν στη Ριέκα και στην Τεργέστη. Κυριάρχησαν στη Βούδα, την Πέστη και τη Βιέννη, όπου έκτισαν μνημειώδεις ελληνικούς ναούς και θεόρατα καραβάν σαράι για τα καραβάνια τους, ανέπτυξαν ισχυρότατες επιχειρήσεις, έγιναν μεγάλοι τραπεζίτες, βαρώνοι και μυστικοσύμβουλοι του αυτοκράτορα. Στην Πέστη, οι Ελληνες δεν ανέχονται να εκκλησιάζονται στη σερβική εκκλησία και ζητούν άδεια να κτίσουν δική τους. Την ελληνική αίτηση «υπογράφουν 300 ελληνικές οικογένειες εξ ων τα 2/3 Μακεδονόβλαχοι. Οι 177 οικογένειες κατάγονται από τη Μοσχόπολη. Ο έρανος για τον ναό απέδωσε 32.454 χρυσά φλωριά. Τα 26.000 έδωσαν Μοσχοπολίτες: 40.000 φράγκα ο Αλέξανδρος Λέπωρος, 2.000 χρυσά φλωριά ο Ναούμ Μέσκα και ο Γεώργιος Χριστοδούλου». Ο μεγαλοπρεπής ελληνικός ναός της Πέστης εγκαινιάζεται το 1770 και αφιερώνεται στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Την ίδια εποχή, οι Ρωμαίοι Μακεδονόβλαχοι στη σερβική πόλη Στάμπατς συντηρούν τέσσερα ελληνικά σχολεία: αρρεναγωγείο, παρθεναγωγείο, γυμνάσιο και επαγγελματική σχολή.

Μόλις ιδρύθηκε το πρώτο ελεύθερο κράτος, πρώτοι εξ όλων των Ελλήνων οι Βλάχοι της Βιέννης το 1830 αποστέλλουν στον κυβερνήτη την πλουσιοπάροχη βοήθειά τους για τα ορφανά του Αγώνα. Στις 16 Μαΐου 1830, ο κυβερνήτης Ιω. Καποδίστριας έγραφε στον Βλάχο μεγιστάνα Γεώργιο Σ. Σίνα, γενάρχη των ομωνύμων μεγάλων εθνικών ευεργετών, τα εξής: «Εδέχθημεν μετά πολλής ευγνωμοσύνης την ποσότητα των 2.007/100 διστήλων τα οποία μετά των εν Βιέννη συμπολιτών σας Γραικο-Βλάχων προσεφέρετε δωρεάν (…) Είθε το ιδικόν σας παράδειγμα να εγείρη και άλλους ομογενείς (…) Εκφράζομεν προς σε, Κύριε, και προς τους συμπολίτας σου Γραικο-Βλάχους πολλήν ευγνωμοσύνην εκ μέρους των ορφανών και, παρ’ ημών, την εξαίρετον υπόληψιν».

Ενδεικτικά σημειώνεται ότι Βλάχοι στα σύγχρονα Βαλκάνια ήσαν ο υπουργός Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας Κότσα Πόποβιτς και ο πρωθυπουργός των Σκοπίων Χάρι Κόστοφ. Βλάχικες ρίζες επίσης έχουν στη Σερβία ο σημερινός πρόεδρος της Δημοκρατίας Μπόρις Τάντιτς, στην Αλβανία ο ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης Εντι Ράμα και στην Ελλάδα ο πρόεδρος της Ν. Δ. Αντώνης Σαμαράς.

Σ’ αυτό, λοιπόν, το ελληνικό υπόστρωμα των Βαλκανίων επιχειρείται τώρα να αναγνωρισθεί διεθνώς ένα χωριστό «Διαπεριφερειακό Εθνος Βλάχων»! Σκληρόν προς κέντρα λακτίζειν. Αλλά ας έχουν γνώση και οι φύλακες.

*Ο κ. Ν. Ι. Μέρτζος είναι πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, δημοσιογράφος, συγγραφέας και Βλάχος.

kathimerini gr

Ο νέος φιλελληνισμός ….

Μαρτίου 6, 2012 Σχολιάστε

Γιώργος Μπράμος

Δεν συμφωνώ με τους ομοεθνείς, που απαρνούνται την προσφορά συμπάθειας και αλληλεγγύης από, ελάχιστους έστω, ξένους. Είναι, νομίζω, ψηλομύτικο να μετράς πόσοι κατέβηκαν στη διαδήλωση όπου δήλωναν «είμαστε όλοι Έλληνες» και να αποστρέφεσαι τη συμπάθειά τους. Γιατί το ζήτημα δεν είναι αν μας θεωρούν ακόμα γραφικούς και ζορμπάδες, αν έχουν την εντύπωση, σαν τους παλιούς φιλέλληνες του 19ου αιώνα, ότι κυκλοφορούμε ακόμα με χλαμύδες ή παρασυρμένοι από τα απελευθερωμένα κορίτσια του ευρωπαϊκού βορρά θεωρούν ότι τα αγόρια μας έχουν εξαιρετική λίμπιντο. Στην καλύτερη περίπτωση συμπάσχουν μαζί μας, στο όνομα της αλληλεγγύης των λαών. Το ζήτημα είναι πως έχουμε ακόμα την ανάγκη να μας αναγνωρίζουν σαν μια «ιδιαίτερη περίπτωση». Το ζήτημα είναι επίσης πως διεκδικούμε αυτήν την «ιδιαιτερότητα» ως ένα συστατικό στοιχείο της εθνικής μας ταυτότητας.

Δώσαμε πολλές αιτίες και αφορμές για συμπαράσταση και αλληλεγγύη και ελάχιστες για ισοτιμία και κανονικότητα. Τα δύο νόμπελ του Σεφέρη και του Ελύτη, τα κορυφαία βραβεία του πρόσφατα αδικοχαμένου Θόδωρου Αγγελόπουλου στα σημαντικότερα κινηματογραφικά φεστιβάλ, η παγκόσμια καταξίωση του ελληνικού μουσικού ήχου από τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι, τα διεθνή πρόσωπα της Ειρήνης Παπά και της Μελίνας Μερκούρη, οι μεταφράσεις των μυθιστορημάτων του Νίκου Καζαντζάκη, η νέα αρχιτεκτονική, οι μεγάλοι επιστήμονες, όπως ο Παπανικολάου, κι άλλοι, κι άλλοι, που τόσο επιπόλαια τώρα λησμονώ, δεν τοποθέτησαν στον παγκόσμιο χάρτη τη χώρα τους σαν κακόμοιρο θύμα μιας παγκόσμιας συνωμοσίας, αλλά ως γενέθλιο τόπο, πηγή έμπνευσης, της δημιουργίας τους.

Σήμερα ο νέος φιλελληνισμός δεν ανακαλύπτει και δεν τιμά τη δημιουργική Ελλάδα. Συμπονά, κι αυτό είναι πολύ χρήσιμο και άλλο τόσο σημαντικό, αλλά η συμπόνια είναι μια χειρονομία στην καλύτερη περίπτωση, ηθική και, φοβάμαι, ελάχιστα προωθητική.

Το Ελληνικό κράτος οφείλει, σε μεγάλο βαθμό, την ύπαρξή του, στον ευρωπαϊκό φιλελληνισμό. Δεν είναι μόνο ο ρόλος των Ευρωπαϊκών δυνάμεων στη συγκρότηση του νέου Ελληνικού κράτους. Στην περίοδο της Χούντας οι Έλληνες αυτοεξόριστοι στις χώρες της Δύσης, φιλοξενήθηκαν και προστατεύθηκαν. Κάποια χρόνια νωρίτερα, οι ηττημένοι του ελληνικού εμφύλιου βρήκαν στα κράτη του Ανατολικού μπλοκ στοιχειώδεις και απαραίτητες συνθήκες επιβίωσης.

Σχεδόν πάντα οι Έλληνες αντιμετωπίστηκαν ως τα άδικα θύματα, είτε της κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είτε των Συνθηκών της Γιάλτας, είτε της πολιτικής των ΗΠΑ στον χώρο της Μεσογείου. Η γεωπολιτική θέση της χώρας δεν θέτει μόνο το αιώνιο δίλημμα των παππούδων, αν θα είμαστε με την τιάρα του πάπα ή το φέσι του Οθωμανού. Έχει κι άλλες, εξίσου κρίσιμες συνθήκες, αν και η ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έμοιαζε να κλείνει οριστικά αυτό το υπαρξιακού χαρακτήρα ερώτημα. Όπως φαίνεται, δεν το έλυσε.

Η σημερινή κρίση επαναφέρει το θέμα των εθνικών μας επιλογών. Και το πρόβλημα είναι, με ποιον τρόπο το επαναφέρει. Είναι η αστειότητα περί δραχμής, είναι η συμπλεγματική διαπίστωση περί «πειραματόζωου» που τάχα, έχει επιλεγεί ο πιο σκληροτράχηλος λαός του κόσμου για να δοκιμαστεί η σκληρότητα και η βιαιότητα των μέτρων της «νέας τάξης», είναι ο απίθανος «διάλογος» που από ολημερίς και ολονυχτίς ακούγεται στις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα από νεόκοπους, ως επί το πλείστον, αστέρες, είναι όλες αυτές οι όψεις της υπανάπτυξης κι είναι γνωστό πως ο ήχος των ντενεκέδων μπορεί να καλύψει την ευγένεια του βιολιού. Συνεχίζουμε απτόητοι και υπερήφανοι, γιατί, εκεί έξω υπάρχουν ακόμα Ευρωπαίοι που εξακολουθούν να μας συμπαραστέκονται, ειλικρινώς μεν, αλλά σαν να είμαστε ολίγον εξωτικά πουλιά, δε.

Ο νέος φιλελληνισμός θα αποκτήσει μια σημασία αν συνδυαστεί, επιτέλους, με την άρνηση της ελληνικής «ιδιαιτερότητας». Με άλλα λόγια, όταν πάψει να είναι συμπονετικός, όταν δεν ξεχρεώνει άλλο τα γραμμάτια του «Χρυσού Αιώνα». Τον Παπανικολάου δεν τον τίμησαν γιατί ήταν Έλληνας, αλλά γιατί ήταν κορυφαίος και πρωτοποριακός επιστήμονας. Αυτό συνέβη από τον Χατζηδάκη έως τον Αγγελόπουλο, αυτό συμβαίνει σήμερα με τους νέους ανθρώπους που ξενιτεύονται και δουλεύουν, όχι σαν παιδιά μιας αδικημένης χώρας, αλλά ως επαρκείς και αποδοτικοί εργαζόμενοι. Αυτήν την αναγνώριση την έχουμε περισσότερο ανάγκη από κάθε διαβεβαίωση για το αρχαίο DNA μας.

tovima gr

—————————-

ΣΧΕΤΙΚΑ:

Προς τι η απίστευτη περί το Έθνος σύγχυση;….

Φεβρουαρίου 25, 2012 1 Σχολιο

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, (Αντίφωνο)

Η σημερινή οικουμένη αποτελείται από καμιά τριακοσαριά έθνη πάνω κάτω, που αναμένεται μάλιστα να αυξηθούν. Εμφανίζονται σαν υποκείμενα της οικουμένης, σαν υποστάσεις της, ώστε χωρίς εθνικότητα να μην νοείται οικουμενικότητα. Προσδιορίζονται κατά κανόνα ως εθνοκράτη. Πριν αποκτήσουν όμως κράτος υπήρχαν σαν εθνότητες. Αν και υπάρχουν εθνότητες που φαίνεται να γεννήθηκαν από το κράτος. Ξεχωρίζουν όλα μεταξύ τους από ένα είδος συλλογικής ετερότητας: την εθνική ετερότητα.

Αλλά τι είναι εθνική ετερότητα; Ανάγεται μήπως σε καμιά από τις γνωστές συλλογικές ετερότητες; Παραδόξως όμως δεν ταυτίζεται με καμιά από τις εμφανείς μορφές συλλογικής ετερότητας, όπως είναι η κρατική, θρησκευτική, γλωσσική, ταξική, λαοτική, εδαφική, οικονομική, πολιτική, πολιτιστική. Παρόλο που βλέπουμε συχνά στην αυτοκατανόηση των εθνών να συνδέεται η ταυτότητά τους με τη μια ή την άλλη μορφή συλλογικής ετερότητας και να αναπαράγεται χρησιμοποιώντας τες σαν οιονεί καταφύγιο. Η εθνική ετερότητα δεν ταυτίζεται, επίσης, με κάποιο συνδυασμό, ή με την ολότητα των ως άνω μορφών συλλογικής ετερότητας, όπως εύλογα θα υπέθετε κάποιος. Αν υπάρχει πρέπει να είναι ένα αυτόνομο είδος συλλογικής ετερότητας.

Μήπως όμως είναι καθαρώς υποκειμενική αίσθηση, κάτι το φανταστικό, που δεν έχει πραγματική ύπαρξη; Μήπως είναι «τίποτα», κούφιο ιδεολόγημα, «μηδέν»; Όχι, γιατί και το συλλογικό φανταστικό δεν είναι ποτέ χωρίς πρακτικό αντίκρισμα. Και αντιστρόφως το συλλογικό πραγματικό ποτέ δεν είναι εντελώς καθαρό από φαντασιακές εικόνες, παραστάσεις, υποθέσεις, σχέδια κλπ. Το πραγματικό είναι πάντοτε «μιγαδικής» μορφής: το «αντικειμενικό» επί την ρίζα του μείον ένα. Άρα και η εθνική ετερότητα μιγαδική θα είναι. Άλλωστε αν είναι «μηδέν», «τίποτα», πώς γίνεται και εκφράζεται στην ιστορία με τέτοια φοβερή ενέργεια; Εφόσον υπάρχει ενέργεια, υπάρχει και «ουσία», από την οποία πηγάζει η εθνική ενέργεια, ουσία υποστασιαζόμενη στα καθέκαστα έθνη.  Αλλά αν υπάρχει ουσία υπάρχει και η δυνατότητα ορισμού της. Άλλο αν είναι δύσκολη η εκπόνηση του ορισμού της.

Η εθνική ετερότητα είναι πολιτιστική, αφού ενεργείται κατά τρόπο έτερο και αφού ονομάζουμε «πολιτισμό» το σύνολο της κοινωνικής δημιουργικότητας. Δεν εξαντλείται όμως σε πολιτιστική. Δεν φαίνεται να υπάρχει μια «κρίσιμη» ποσότητα πολιτιστικών διαφορών, που αν συγκεντρωθεί προκαλεί την γένεση της εθνικής ετερότητας. Μια αίσθηση εθνικής ετερότητας μπορεί να ξεπηδήσει από ένα σχετικά «ομογενοποιημένο» πολιτιστικό έδαφος και η εμφάνισή της να συνοδευτεί με την γέννηση τεράστιων πολιτιστικών διαφορών. Και αντιστρόφως: παρατηρείται εθνική ετερότητα ακόμα και σε περιβάλλον με ασήμαντες πολιτιστικές διαφορές.

Το πρόβλημα μπορεί ίσως να λυθεί αν θεωρήσουμε ότι η εθνική ετερότητα είναι εμβιωμένη πολιτιστική ενέργεια. Εμβιωμένη αλλά από ποιόν; Είναι δηλαδή η εθνότητα συλλογικό υποκείμενο; Η λύση αυτή θα εξηγούσε γιατί διαφέρει η εθνική ετερότητα από τις άλλες μορφές συλλογικής ετερότητας. Αυτές θα αναφέρονταν στις ενέργειες του υποκειμένου, δεν θα το περιλάμβαναν όπως η εθνική ετερότητα. Η εθνική ετερότητα έχει πολιτιστικό χαρακτήρα αλλά περιλαμβάνει την εμβίωσή του και την επεξεργασία του σε συνείδηση ετερότητας έναντι των ομολόγων άλλων: σε εθνική συνείδηση. Τότε όμως είναι σαν να λέμε ότι η εθνότητα και άρα το έθνος, είναι το συλλογικό υποκείμενο όλων των ενδεχόμενων μορφών συλλογικής ετερότητας, της κρατικής, της γλωσσικής, της θρησκευτικής κ.ο.κ. Είναι ο «δημιουργός» τους;

Μιλώντας όμως για «συλλογικό υποκείμενο» εννοούμε κάτι το ριζικά άλλο από το ατομικό υποκείμενο. Το συλλογικό υποκείμενο ορίζεται στο πεδίο της συνάντησης με τον συλλογικό άλλο. Είναι για την ακρίβεια υποκείμενο οικουμενικού κοινωνικού πεδίου. Και ιδού, παρεμπιπτόντως, γιατί δηλώνει πελώρια σύγχυση το να λέει κάποιος ότι η εθνικότητα είναι το «αντίθετο» της οικουμενικότητας. Περιλαμβάνοντας όμως το ατομικά υποκείμενα, ως οιονεί «κύτταρα», καθορίζεται από τη σχέση του με αυτά, αν και έναντι στο καθένα προβάλλει ως απολύτως αυτόνομο. Ως συλλογικό υποκείμενο έχει, μάλιστα, και το ιδίωμα που συναντούμε στα ατομικά υποκείμενα: την αμοιβαία αυτοαξιολόγηση. Θεωρεί συνήθως τον εαυτό του ή τουλάχιστον τα ομοειδή προς αυτό, «ανώτερα» των άλλων. Στην ακρότητά του το «ιδίωμα» αυτό, το «εγωιστικό», το κατ’ εξοχήν δηλωτικό της «υποκειμενικότητας», εμφανίζεται ως εθνικός «ρατσισμός».

Η τρομακτική σύγχυση περί το τι είναι το έθνος εξηγείται από την αδυναμία μας να συλλάβουμε την έννοια «συλλογικό υποκείμενο» και το έθνος σαν τέτοιο. Αδυναμία καταστατική για την αυτοκατανόηση πολλών από μας ως υποκειμένων-ατόμων. Υπ’ αυτή την έννοια είναι τρομακτικά δύσκολο να αρθεί η σύγχυση επειδή απλά θα έρθει αντιμέτωπη με μια επιστημονική προσέγγιση στο πρόβλημα.

πηγή: Αντίφωνο

Όταν αυθαίρετα σου αφαιρούν εθνικότητα και δικαιώματα! …

Ιανουαρίου 31, 2012 Σχολιάστε

Τι αναφέρει στον «Π.Λ.» εξοργισμένος ο Π. Μπάρκας

  • • Μπορεί οι περισσότεροι υπάλληλοι του Δημοσίου να έχουν πράγματι αντιληφθεί τις δυσκολίες που υπάρχουν λόγω κρίσης, της εκ βάθρων αναδιάρθρωσης του Δημοσίου τομέα και βεβαίως της απαίτησης της Τρόικας για απολύσεις, φαίνεται όμως ότι κάποιοι εξακολουθούν να θεωρούν τις Δημόσιες υπηρεσίες… τσιφλίκι τους!

Δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς, η πρωτοφανής ταλαιπωρία που βίωσε ο Παναγιώτης Μπάρκας, γνωστός Βορειοηπειρώτης δημοσιογράφος (ανταποκριτής του ΑΠΕ στην Αλβανία) και πρώην βουλευτής της «Ομόνοιας».
Όπως καταγγέλλει στον «Π.Λ.», με μακροσκελή επιστολή του, επί τρεις μέρες μια υπάλληλος του ΙΚΑ Ιωαννίνων του …κολλούσε την ταμπέλα του αλλοδαπού (!), αποφεύγοντας να διορθώσει το όνομα της συζύγου, που αναγράφεται στο βιβλιάριό της. Μάλιστα, το λάθος είχε κάνει το ίδιο το υποκατάστημα!
Παράλληλα, όπως αναφέρει ο κ. Μπάρκας, γνώστης του θέματος έγινε και ο Διευθυντής του ΙΚΑ κ. Γρηγορίου, ο οποίος –σύμφωνα με την καταγγελία του δημοσιογράφου- κάλεσε το «100»! Και όλα αυτά, τη στιγμή που η σύζυγος του κ. Μπάρκα βρισκόταν στο χειρουργείο του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων.

Να επιληφθούν…
Τα όσα καταγγέλλει ο κ. Μπάρκας πρέπει να απασχολήσουν έντονα τους αρμοδίους, όχι μόνο στο ΙΚΑ Ιωαννίνων, αλλά και στα κεντρικά του Ιδρύματος και βεβαίως να ληφθούν μέτρα, για να συνετιστούν κάποιοι υπάλληλοι.
Δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζονται ως αλλοδαποί, οι Βορειοηπειρώτες που είναι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ και που πληρώνουν κανονικά τις εισφορές τους! Και βέβαια, δεν μπορεί να θεωρείται αλλοδαπός και να ταλαιπωρείται, όποιος ασφαλισμένος πληρώνει τις υποχρεώσεις του προς το Ίδρυμα. Εξάλλου, από τα χρήματα αυτά πληρώνονται και οι υπάλληλοι του ΙΚΑ!

«Εξοργίζεσαι…»
Ο Βορειοηπειρώτης δημοσιογράφος δεν καυτηριάζει το γεγονός αυτό καθ’ εαυτό (το οποίο περιγράφει αναλυτικά).
Όπως αναφέρει «ασφαλώς, δεν θα διαμαρτυρηθώ για το γεγονός, ότι το ΙΚΑ που έκανε το λάθος, θα πρέπει με ευγένεια και καλή συμπεριφορά να φροντίσει για τη διόρθωση. Εκείνο που με βγάζει από τα ρούχα είναι η ετικέτα που σου βάζει στα Γιάννινα ένας υπάλληλος ότι είσαι «αλλοδαπός». Και απ’ εκεί και πέρα, όχι απλώς σου έχει αρνηθεί τόσο αυθαίρετα την εθνικότητά σου, για την οποία έχεις υποστεί τόσες στερήσεις να την κρατήσεις αλώβητη, αλλά εξοργίζεσαι, επειδή αυτός είναι ένας τρόπος να σε εντάξουν σε έναν νέο Γολγοθά ταλαιπωριών και ταπείνωσης. Και αυτό τους δίνει εξαιρετική ικανοποίηση. Έχουν ξεπεράσει και τον δικτάτορα Χότζα. Εκείνος αναγνώριζε έστω και εν μέρει, έστω και τυπικά, την ελληνική εθνικότητα. Αλλά σου αφαιρούσε πρακτικά τα δικαιώματα. Οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι του ελληνικού δημοσίου, σου αφαιρούν αυθαίρετα την εθνικότητα για να σου αφαιρέσουν μετά τα δικαιώματα. Και όταν δεν τα καταφέρνουν, καλούν το 100… να τους σώσει»…

(proinoslogos gr)

Να προστατεύσει το θέατρο της Δωδώνης ο Υπ. Πολιτισμού! Λένε ΟΧΙ στο εργοστάσιο επεξεργασίας απορριμμάτων κάτοικοι της περιοχής …

Ιανουαρίου 28, 2012 Σχολιάστε

Διαμαρτυρίες και μάλιστα οργισμένες αρχίζουν να εκφράζονται στην Ήπειρο εναντίον του Υπουργού Πολιτισμού Παύλου Γερουλάνου, γιατί δεν παρεμβαίνει άμεσα για να προφυλάξει το θέατρο της Δωδώνης και γενικά την ευρύτερη αρχαία περιοχή από τα σκουπίδια!
Συγκεκριμένα σε απόσταση μικρότερη των δύο χιλιομέτρων (σε ευθεία γραμμή και όχι μέσω δρόμου), κοντά στο Ελευθεροχώρι, έχει χωροθετηθεί η κατασκευή του εργοστασίου επεξεργασίας απορριμμάτων της Περιφέρειας Ηπείρου.
Οι μελετητές έκριναν ως πιο κατάλληλο τον τόπο της Δωδώνης! Για να καταλήξουν στο επιστημονικό αυτό συμπέρασμα έβαλαν κριτήρια, τα οποία, φυσικά δεν τήρησαν. Ένα από αυτά ήταν  ο χώρος να μη βρίσκεται κοντά σε μνημείο κ.λπ. Και το σημείο απέχει μόνο 2.300 μέτρα από το αρχαίο θέατρο της Δωδώνης!  Οι κάτοικοι, παρόλο που ανέμεναν την αυτονόητη αντίδραση του Υπουργείου Πολιτισμού, δεν βλέπουν καμία κίνηση! Και ας βεβηλώνεται, όπως λέει ο κ. Γιάννης Μπούκας  (πρώην δήμαρχος Δωδώνης και μέλος της Επιτροπής Αγώνα εναντίον του εργοστασίου)  ένα πολιτιστικό μνημείο παγκόσμιας ακτινοβολίας.

Σκουπιδότοποι…
Ο δημοσιογράφος Γιάννης Ντάσκας, που ασχολήθηκε με το θέμα εκτεταμένα, επισημαίνει ότι «είναι ενδεικτικό ότι μόλις τα τελευταία χρόνια συγκεντρώθηκαν οι αρχαιότητες από την περιοχή των Ιωαννίνων και τοποθετήθηκαν στο αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης. Για δεκαετίες ήταν διάσπαρτες. Στο Μουσείο των Ιωαννίνων υπάρχουν τρεις κύριες αίθουσες. Οι δυο περιέχουν εκθέματα από τον αρχαιολογικό χώρο της Περιοχής Δουρούτη και τον αρχαιολογικό χώρο της Δωδώνης. Η τρίτη από άλλες περιοχές. Στους δυο προαναφερόμενους χώρους κατάφεραν οι σύγχρονοι να δημιουργήσουν σκουπιδότοπους. Για χρόνια τα σκουπίδια τα έριχναν στην περιοχή Δουρούτης και προφανώς πάνω σε αρχαιότητες!».

Ο Αλ. Καχριμάνης
Είναι ακίνδυνο το εργοστάσιο επεξεργασίας σκουπιδιών  για το αρχαίο θέατρο της Δωδώνης, υποστηρίζει ο περιφερειάρχης Ηπείρου Αλέξανδρος Καχριμάνης, «αφού οι επιστήμονες μας διαβεβαιώνουν γι’ αυτό». Ωστόσο ο κ. Καχριμάνης, χωρίς να απορρίπτει τη συγκεκριμένη θέση, διευκρινίζει ότι «πιο κατάλληλη θέση είναι η βιομηχανική περιοχή Ιωαννίνων».
To μέλος της Επιτροπής Αγώνα Παρασκευή Παππά (φωτορεπόρτερ), αναρωτιέται: «Τότε, γιατί δεν γίνεται εκεί το εργοστάσιο;». Ακόμη σε μικρή απόσταση  εντοπίστηκε  μεγάλη ποσότητα υπόγειων υδάτων, τα οποία είτε θα μπορούσαν να αντληθούν, είτε να καταλήγουν κάπου αντλούμενα σε άλλα σημεία.
Αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, αφού πιθανότατα το εργοστάσιο θα «στείλει» ουσίες και απόβλητα στα υπόγεια ύδατα…

Ασεβούν…
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Αγώνα, (πρώην δήμαρχος Σελλών) Δημήτρης Φαρμάκης επισημαίνει ότι οι μελετητές ασεβούν σε βάρος της Δωδώνης.
«Η μελέτη,  στην οποία στηρίζονται οι αρμόδιοι,  έχει συνταχθεί από μια εταιρεία στην Αθήνα. Για να επιλεγεί ο χώρος, έχουν τεθεί ορισμένα κριτήρια. Με άριστα το δέκα βαθμολογείται η θέση που απέχει πιο πολύ από αρχαιολογικό χώρο στο αντίστοιχο κριτήριο. Η θέση που βρίσκεται σε απόσταση δύο χιλιομέτρων στην ευθεία από τον αρχαιολογικό χώρο της Δωδώνης βαθμολογείται με δέκα, δηλαδή πιο πάνω από άλλες θέσεις που απέχουν… δεκάδες χιλιόμετρα…»!

Και μια βίλα!
Ο κ. Γιάννης Ντάσκας αποκαλύπτει (εφημερίδα «Παρασκήνιο», Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2011, σελ. 22), συνδέοντας το θέμα με την περίπτωση των σκουπιδιών (εμείς δεν γνωρίζουμε συγκεκριμένα στοιχεία, άρα δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε ή να απορρίψουμε τα λεγόμενα),  ότι  «στην περιοχή ανάμεσα στο αρχαίο θέατρο και στην τοποθεσία χωροθέτησης του εργοστασίου, μεγάλο στέλεχος του τοπικού κρατικού μηχανισμού  κατασκευάζει τη δική του βίλα. Δίπλα στον δρόμο αλλά και μέσα στο δάσος. Έχει άδεια; Προφανώς, ναι. Θα μπορούσε κρατικό στέλεχος να φτιάξει τέτοια βίλα χωρίς άδεια; Έχει χρήματα; Προφανώς. Και έχει και συγγενείς…».

(proinoslogos gr)

Η Διαχρονικότητα της Ελληνικής Συνείδησης και η Ψευδεπίγραφη «ΡωμαΪκότητα» των Βυζαντινών …

Ιανουαρίου 21, 2012 Σχολιάστε

Κυριάκος Κατσίμανης*

1. Η κυρίαρχη ελληνικότητα

Τον τελευταίο καιρό κυκλοφορούν, ιδιαίτερα μέσω του διαδικτύου, ιστορικού περιεχομένου μελέτες και επισημάνσεις με αντικείμενο το Βυζάντιο, από την ανάγνωσή των οποίων προκύπτει η ακόλουθη διαπίστωση: άλλος είναι ο φαινομενικός σκοπός των συντακτών τους και αλλού κατατείνουν συνειδητά και εμπρόθετα χωρίς όμως να το ομολογούν. Ενώ δηλαδή η προβαλλόμενη επιδίωξή τους είναι να αποδείξουν ότι  ο όρος «Βυζαντινή Αυτοκρατορία» είναι ιστορικώς αδόκιμος, το κύριο βάρος της επιχειρηματολογίας τους επικεντρώνεται υπόρρητα στη θεμελίωση των ακόλουθων θέσεών τους:

  1. Οι υπήκοοι της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ως την πτώση της, το 15. αιώνα, ήταν ελληνόφωνοι Ρωμαίοι και τίποτα περισσότερο. Επομένως,
  2. Η συνείδησή τους ήταν αποκλειστικά και μόνο ρωμαϊκή[1].

Οι παραπάνω θέσεις –απόλυτα σεβαστές καθαυτές– εντάσσονται πιθανώς στις «παρενέργειες» του μεταμοντερνισμού και ενδεχομένως ευνοούνται από την υπερατλαντικής προέλευσης αντίθεση προς το εθνικό κράτος, καθώς και από την ταυτόχρονη προβολή του πολυεθνικού κρατικού «μοντέλου» made in USA. Οι θέσεις, λοιπόν, αυτές υιοθετούνται στη χώρα μας από τους εκπροσώπους του ιστοριογραφικού αναθεωρητισμού και παίρνουν κάποτε τη μορφή ενός ανιστόρητου ελληνομηδενισμού που θεμελιώνεται στις ακόλουθες δύο κυρίαρχες συνιστώσες:

  1. Η δήθεν ελληνικότητα του Βυζαντίου πρέπει να απορριφθεί, άρα,
  2. Η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού αποτελεί μύθο.

Δεν αγνοώ ότι οι παραπάνω ελληνομηδενιστικές τάσεις τροφοδοτούνται και διαιωνίζονται, εκτός των άλλων, και από την απογοήτευση που προκαλείται εξαιτίας της γενικευμένης και παρατεταμένης παρακμής –για να μην πω αποσύνθεσης– της πατρίδας μας σε κοινωνικό, ηθικό, διοικητικό, κρατικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Ωστόσο, ούτε η αποκαρδιωτική αυτή διαπίστωση ούτε η διαχρονική ανεπάρκεια της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας έχουν σχέση με το θέμα που συζητάμε εδώ. Μπορεί αυτά όλα να ευνοούν μια τάση απαξίωσης παντός του ελληνικού, τα αίτια, όμως, της κακοδαιμονίας δεν τα αντιμετωπίζουμε ακρωτηριάζοντας το εθνικό παρελθόν μας με τον αποκλεισμό από αυτό της Αρχαίας Ελλάδας ούτε αμφισβητώντας την ιστορική «νομιμότητα» της παραδοχής ότι ο ελληνισμός επιβιώνει ως τις μέρες μας.

Η ριζική διαφωνία μου με τις παραπάνω θέσεις έγκειται στην επιμονή των εκπροσώπων τους (ή, καλύτερα, στον ένθεο ζήλο και στο «ιερό» πάθος τους) να ταυτίσουν στην προκειμένη περίπτωση την έννοια της μεταβολής με την έννοια της οριστικής ρήξης, με σκοπό να αποδείξουν πως η ιστορική συνέχεια του ελληνικού έθνους δεν είναι παρά ένας μύθος και ένα ιδεολόγημα. [2]. Κατά τη γνώμη μου, η διαδρομή του ιστορικού χρόνου συνεπάγεται μεταβολές αλλά όχι πάντοτε και υποχρεωτικά ριζικές τομές. Ειδικότερα, πιστεύω πως η κάθε αλλαγή στην Ελληνική Ιστορία –και αυτό ισχύει και για τη Βυζαντινή περίοδο– εμπεριέχει και ενσωματώνει το παλιό συνθέτοντάς το με το καινούργιο σε μια σειρά διαδοχικών πραγματοποιήσεων, στις οποίες οι έννοιες της μεταβολής και της συνακόλουθης διαφοράς δεν είναι ασυμβίβαστες με την έννοια της συνέχειας. Χωρίς αμφιβολία, το ιστορικό γεγονός του εκχριστιανισμού των Βυζαντινών Ελλήνων, καθώς και η προβληματική συμβίωση του ελληνικού με το χριστιανικό στοιχείο δεν είναι δυνατόν να παραθεωρηθούν. Πιστεύω, όμως, πως η εξέλιξη του ελληνισμού από την αρχαιότητα ως τους τελευταίους Βυζαντινούς αιώνες και από εκεί και πέρα ως το 19. αιώνα ήταν αδιάσπαστη και, άρα, το να μιλάμε για διαφορετικές φάσεις του ίδιου λαού, όπως έδειξε πολύ εύστοχα ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος[3], αποτελεί τεκμηριωμένη επιστημονική αλήθεια.

Ειδικότερα, τους ισχυρισμούς, σύμφωνα με τους οποίους η ελληνική συνείδηση κατά τους Βυζαντινούς χρόνους ήταν ανύπαρκτη και, επομένως, η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού είχε διακοπεί, τους θεωρώ επιστημονικώς αθεμελίωτους και ανυπόστατους για τους ακόλουθους λόγους:

1.   Στην Ανατολική Αυτοκρατορία το κρατικά κυρίαρχο ρωμαϊκό στοιχείο βρισκόταν σε μεγάλη μειοψηφία, ενώ το στοιχείο που δημογραφικά/εθνολογικά υπερτερούσε κατά πολύ σε σύγκριση με αυτό ήταν το ελληνικό. Όσο για τις ζώνες πολιτιστικής επιρροής, μόνο βορείως της ιδεατής «Γραμμής Jirecek» (από το όνομα του Τσέχου ιστορικού Konstantin Jirecek), η οποία εκτείνεται από την πόλη Laçi της σημερινής Αλβανίας και περνώντας από τη Σόφια καταλήγει στον Εύξεινο Πόντο, έχουμε έντονη ρωμαϊκή παρουσία. Αντίθετα, νοτίως της γραμμής αυτής ο ελληνισμός επικρατεί από τον 4. κιόλας αιώνα. Ό,τι «ρωμαϊκό» είχε απομείνει στο Βυζάντιο ήταν η κρατική συγκρότηση, η οποία, όμως, όφειλε πολλά στα ελληνικά δάνεια, καθώς οι Ρωμαίοι Καίσαρες είχαν υποστεί μεγάλη επίδραση από τις ελληνιστικές μοναρχίες, στη βάση των οποίων υπήρχαν θεσμοί ελληνικοί[4]. Πέρα τούτου, η ρωμαϊκή παράδοση είχε αρχίσει από τον 7. κιόλας αιώνα να καταρρέει (εξαιτίας της de facto «εθνολογικής κάθαρσης» λόγω των αραβικών κατακτήσεων και, γενικότερα, του σταδιακού περιορισμού της Αυτοκρατορίας σε προαιώνια ελληνικά εδάφη) και να παραχωρεί πλέον τη θέση της στον Ελληνισμό και στην Εκκλησία, που θα συσπειρώσουν και θα ανασυγκροτήσουν όσα στοιχεία της Αυτοκρατορίας είχαν απομείνει[5]. Γράφει χαρακτηριστικά ο H. G. Wells: «Περί του Ανατολικού ή Βυζαντινού αυτού κράτους ομιλούν γενικώς ως εάν επρόκειτο περί συνεχίσεως της ρωμαϊκής παραδόσεως, ενώ εις την πραγματικότητα αυτό ήτο ανανέωσις της παραδόσεως του Αλεξάνδρου[6]. (…) Το Ανατολικόν κράτος, αφότου εχωρίσθη από το Δυτικόν, ωμιλούσε την ελληνικήν γλώσσαν, αποτελούσε δε συνέχειαν, αν και όχι εντελώς αγνήν, της ελληνικής παραδόσεως (…). Tο κράτος αυτό ήτο ελληνικόν και όχι λατινικόν. Oι Ρωμαίοι είχον έλθει και είχον φύγει πάλιν»[7].

2. Εξάλλου, η επίσημη γλώσσα  της Ανατολικής Αυτοκρατορίας ήταν από τον 7. κιόλας αιώνα η ελληνική, ενώ η κυριαρχία της είχε αναγνωριστεί έναν αιώνα νωρίτερα, όταν ο Ιουστινιανός, στο προοίμιο μιας «Νεαράς», ομολογούσε με βαριά καρδιά ότι η ελληνική προτιμήθηκε έναντι της λατινικής ως περισσότερο κατανοητή από τους υπηκόους (534 μ.Χ.)[8]. Τοποθετημένη ανάμεσα στην Ασία και την Ευρώπη, η Κωνσταντινούπολη ενσωματώνει και αφομοιώνει ετερόκλιτους τυχοδιώκτες από Δύση και Ανατολή, για να τους μεταμορφώσει μέσα σε λίγο χρόνο σε Έλληνες και να τους κάνει να εγκαταλείψουν τα βάρβαρα ιδιώματά τους, γράφει ο Α. Rambaud, ώστε να μιλήσουν την καλλιεργημένη και εξελιγμένη γλώσσα της Βασιλεύουσας[9]. Η επικράτηση της ελληνικής δεν είναι απλή λεπτομέρεια, όπως επιμένουν να την παρουσιάζουν ορισμένοι… «Τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου», σύμφωνα με τον Wittgenstein[10]. Με άλλα λόγια, η γλώσσα πλαισιοθετεί/οριοθετεί τον κόσμο του ομιλούντος, με την έννοια ότι η ιδιαιτερότητα, η λειτουργία και οι δυνατότητές της είναι ακριβώς τα μέσα και τα «σχήματα», χάρη στα οποία ο ομιλών, ως έλλογο ον, αντιλαμβάνεται, «ιδρύει», κατανοεί, μορφοποιεί και σημασιοδοτεί  τον κόσμο που τον περιβάλλει. Αυτό κατά μείζονα λόγο ισχύει για την ελληνική, που υπήρξε ανέκαθεν το όργανο διαμόρφωσης, αφομοίωσης, διατήρησης και διάδοσης «της παιδεύσεως της ημετέρας», σύμφωνα με την έκφραση του Ισοκράτη[11], δηλαδή μιας τεράστιας πνευματικής παράδοσης και μιας  υπέρτερης πολιτιστικής πρότασης, που δεν είχαν κατακτήσει μόνο τους Βυζαντινούς, αλλά και ασκούσαν ακατανίκητη έλξη στους λαούς και εκτός των συνόρων της Αυτοκρατορίας. Όσο για τη λατινική, αυτή μετά τους πρώτους αιώνες είχε τελείως εξαφανιστεί και το μόνο που της είχε απομείνει ήταν κάποιες στερεότυπες φράσεις, γραμμένες με ελληνικούς χαρακτήρες και ακατάληπτες από τους πάντας, αλλά εκφωνούμενες κατά την άφιξη των επισήμων στην εκκλησία για λόγους παράδοσης. Για παράδειγμα, «Κρίστους. Δέους. Νοστερ. κουμ. σερβετ. ιμπεριουμ. βεστρουμ. περ. μουλτοσαννος. ετ. βόνος» (=Christus Deus noster conservet imperium vestrum per multos annos et bonos) (Περί Βασιλείου Τάξεως, 10. αιώνας μ.Χ.).[12] — Όσο αυτό το λατινο-greeklish είναι «ζωντανά» λατινικά, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς με αρκετή, βέβαια, δόση υπερβολής, άλλο τόσο ο όρος «Ρωμαίοι» αποδίδει αυθεντικά τους Βυζαντινούς Έλληνες!

3.    Και το πιο σημαντικό: όπως γράφει ο Διον Ζακυθηνός, «Τα ονόματα του Αριστοτέλους, του Πλάτωνος και του Ευκλείδου ήσαν γνώριμα εις ευρυτάτας μάζας του πληθυσμού του (Βυζαντίου ), η παιδεία του ήτο αποκλειστικώς ελληνική, όλαι δε αι πνευματικαί του εκδηλώσεις, ταπειναί ή γενναιότεραι, υπεβλήθησαν μονομερώς είς την πειθαρχίαν των Ελλήνων»[13]. Κατά τους Ν. H. Baynes-H.St.L.B. Moss «Η παιδεία του ελληνιστικού κόσμου που αναπτύχθηκε στα βασίλεια των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου συνεχίζεται και επηρεάζει βαθιά τα επιτεύγματα του Βυζαντίου. Γιατί οι Βυζαντινοί είναι χριστιανοί Αλεξανδρινοί. Στην τέχνη ακολουθούν τα ελληνιστικά πρότυπα˙ κληρονομούν τη ρητορική παράδοση, την φιλομάθεια, το θαυμασμό για το μεγάλο αιώνα της κλασσικής Ελλάδος, χαρακτηριστικά που διέκριναν τους μελετητές της εποχής του βασιλείου των Πτολεμαίων»[14]. Με αυτά τα δεδομένα, μόνο τυχαίες δεν μπορούν να χαρακτηριστούν οι τάσεις «μιας γενικευμένης ‘επιστροφής’ στους αρχαίους Έλληνες και την κλασική παιδεία, που ξεκινούν ήδη από την εποχή του Φωτίου και του Αρέθα και συστηματοποιούνται μετά τη δημιουργία του Πανεπιστημίου από τον Κωνσταντίνο Θ΄ τον Μονομάχο, το 1054, και την επίδραση του Μιχαήλ Ψελλού και του Ιωάννη Ιταλού κατά τον 11ο αιώνα. Μετα τον 13ο αιώνα, αναπτύσσεται η μεγάλη ‘Παλαιολόγεια Αναγέννηση’ στα γράμματα και τις τέχνες, ιδιαίτερα στη ζωγραφική και τη μουσική, που συνιστούν μια κατ’ εξοχήν ελληνική πνευματική Αναγέννηση, η οποία προηγείται και τροφοδοτεί την ιταλική, και η οποία θα ανακοπεί βίαια μετά τον 15ο αιώνα»[15]. — Στα παραπάνω δεδομένα θα μπορούσε να προστεθεί η μαρτυρία του Δημητρίου Κυδώνη και του Νικόλαου Καβάσιλα, σύμφωνα με την οποία η Θεσσαλονίκη, στις αρχές του 14. αιώνα, φιλοδοξούσε να μιμηθεί την Αρχαία Αθήνα και αναδεικνυόταν κέντρο ελληνικών σπουδών, οι οποίες κατακτούσαν ευρύτατα στρώματα του λαού[16].

Με την ευκαιρία, δυσκολεύομαι να κατανοήσω την αβασάνιστη απόρριψη των αναρίθμητων αναφορών στον ελληνικό χαρακτήρα του Βυζαντίου, στην οποία προβαίνουν οι ρωμαιολάτρες και οι λοιποί ελληνομηδενιστές, με την αιτιολογία ότι αυτές εντοπίζονται τάχα σε λόγια κείμενα. Οι λόγιοι, όμως, δε ζουν και δε δραστηριοποιούντα ερήμην του λαού. Ανήκουν σε αυτόν, προέρχονται από αυτόν και επηρεάζονται από αυτόν. Και επειδή οι διανοητικές «κεραίες» τους είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες και η παιδεία τους ευρύτερη και πιο βαθιά, επιστρέφουν στο λαό και, όπως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, γίνονται δικαιωματικά οι πνευματικοί ηγέτες του και καθοδηγητές του. Έχοντας αποκτήσει μάλιστα, χάρη στις ενοράσεις και την ακονισμένη κρίση τους, οξεία συνείδηση καταστάσεων, τολμούν κάποτε, αψηφώντας τους κινδύνους, να βροντοφωνάξουν τα πράγματα με το αληθινό τους όνομα. Όπως έκανε ο Ψελλός, όταν απάντησε στις επικρίσεις του παλιού φίλου του Ιωάννη Ξιφιλίνου, που καταμαρτυρούσε στον Ψελλό υπερβολική προσήλωση στον Πλάτωνα και ανεπίτρεπτη ελευθερία σκέψης. Στην απάντησή του, λοιπόν, αυτή, στην οποία υπολανθάνει ένα δύσκολα συγκαλυπτόμενο πνεύμα εξέγερσης, ο Ψελλός  θα διαδηλώσει την προσήλωσή του στον Αθηναίο φιλόσοφο («Εμός ο Πλάτων, αγιώτατε και σοφώτατε, εμός, ω γη και ήλιε»)[17] και θα υπεραμυνθεί της λογικής σκέψης ως  πολύτιμου οργάνου για την αναζήτηση και εύρεση της αλήθειας («το γαρ συλλογίζεσθαι, αδελφέ, ούτε δόγμα εστί της Εκκλησίας αλλότριον ούτε θέσις τις των κατά φιλοσοφίαν παράδοξος, αλλ’ ή μόνον όργανον αληθείας και ζητουμένου πράγματος εύρεσις»)[18]. Είναι κάτι σαν ένα πρώιμο μανιφέστο ελληνικότητας, που σε μια περισσότερο απερίφραστη μορφή του θα το βρούμε στο «Εσμέν γαρ ουν (…) Έλληνες το γένος, ως ή τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί»[19] του Γεώργιου Γεμιστού Πλήθωνα, μερικούς αιώνες αργότερα.

Είναι επιεικώς κουτοπόνηρο να θεωρούμε τη δυσφήμηση, το διασυρμό και ουσιαστικά την απαγόρευση του όρου «Έλληνας» στο Βυζάντιο κάτι το φυσιολογικό και το αποδεκτό και την ίδια στιγμή να «βυζαντινολογούμε» για το αν και κατά πόσο ο όρος «Έλληνας» ήταν σε χρήση στους βυζαντινούς ή τους μεταβυζαντινούς χρόνους, καθώς και για το αν ο όρος αυτός είχε στη γλώσσα του λαού εθνολογική υποδήλωση ή παρέπεμπε απλώς σε όντα με υπερφυσικές δυνάμεις και εξαιρετική γενναιότητα. Και είναι τουλάχιστον υποκριτικό να αντιπαρερχόμαστε τη «συνειδησιακή εθνοκάθαρση», στην οποία είχε υποβληθεί ο ελληνισμός επί σειρά αιώνων προκειμένου να ενστερνιστεί την καθεστωτική «ρωμαϊκότητα», και την ίδια στιγμή όχι μόνο να υπεραμυνόμαστε αυτής της «ρωμαϊκότητας» θεωρώντας την κάτι το λογικό, το αυτονόητο και το ιστορικά «καθαγιασμένο», όχι μόνο να  αποσιωπούμε το ότι η εν λόγω ρωμαϊκότητα συγκάλυπτε απλώς την πανταχού παρούσα βυζαντινή ελληνικότητα, αλλά και με ένα μορφασμό βαθιάς περιφρόνησης να απορρίπτουμε ως «λόγιες» τις πάμπολλες μαρτυρίες, όπου διατρανώνεται η παρουσία και η συνέχεια της ελληνικής εθνικής συνείδησης. Λες και είναι πρωτόγνωρο να φωτίζεται ένας λαός από τους πνευματικούς ηγέτες του, οι οποίοι οραματίζονται και επισπεύδουν τις εξελίξεις μόνο όταν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για την ανατολή των καινούργιων ιδεών. Λες και οι εθνικές συνειδήσεις προκύπτουν δια παρθενογενέσεως και δεν απορρέουν από το υπόγειο ρεύμα πεποιθήσεων, παραδοχών, αξιών, ηθών και εθίμων, το οποίο παρακολουθεί ένα λαό στις διαδοχικές φάσεις της ιστορικής διαδρομής του!………………ολόκληρο το άρθρο με σχόλια και τις παραπομπές στο Αντίφωνο

* Docteur d’ Etat του Πανεπιστημίου των Παρισιων (Σορβόννης)
  Επίκ. Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
  Επίτ. Σύμβουλιος – πρώην Αντιπρόεδρος του Παιδ. Ινστιτούτου