Αρχική > Θράκη, Μικρασιατικός Ἑλληνισμός, Τουρκία > ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΗΣ ΧΑΛΚΗΣ. -Αμοιβαιότητα χωρίς αντίκρισμα

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΗΣ ΧΑΛΚΗΣ. -Αμοιβαιότητα χωρίς αντίκρισμα

Οκτώβριος 15, 2013 Σχολιάστε Go to comments

0 sxolh xalkhsΤου Δημήτρη Καμούζη*

Πριν από δύο εβδομάδες ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ανακοίνωσε την πολυαναμενόμενη δέσμη μεταρρυθμίσεων για τον εκδημοκρατισμό της γείτονος χώρας. Οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν ουσιαστικά την απάντηση της κυβέρνησης σε ένα ευρύ φάσμα αιτημάτων που έχουν σχέση με τις πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές ελευθερίες διαφόρων ομάδων του τουρκικού λαού, συμπεριλαμβανομένων και των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων. Ωστόσο, παρά τις προσδοκίες της ελληνορθόδοξης μειονότητας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, από τα ανακοινωθέντα μέτρα απουσίαζε το ζήτημα της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.

Οι Τούρκοι αξιωματούχοι – του Ερντογάν μη εξαιρουμένου – έχουν κατά καιρούς αρκεστεί μόνο σε υποσχέσεις για την επαναλειτουργία της Σχολής, ενώ έχουν εκφράσει επανειλημμένως την άποψη ότι η τελική απόφαση εξαρτάται από ενέργειες καλής θελήσεως από την πλευρά της Αθήνας σε ό,τι αφορά τα αιτήματα της μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης………

Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα ο Τούρκος πρωθυπουργός ανέφερε σε τηλεοπτική του συνέντευξη ότι «δεν υπάρχει νομικό κώλυμα για την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης». Τόνισε όμως παράλληλα ότι η Τουρκία αναμένει μια ανάλογη θετική ενέργεια από την Ελλάδα, προσδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στην εκλογή μουφτή στη Δυτική Θράκη. Τη θέση αυτή επανέλαβε λίγες ημέρες αργότερα, μιλώντας ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του κόμματός του, προσθέτοντας εμμέσως στα διεκδικούμενα ανταλλάγματα τη λειτουργία τεμένους στην Αθήνα: «Απορώ πώς υπάρχουν και κάποιοι στη χώρα μας που λένε ότι έπρεπε να λυθεί και το πρόβλημα αυτό [της Σχολής]. Ολα αυτά τα χρόνια επιτρέψαμε τη λειτουργία στην Παναγία Σουμελά, στην εκκλησία στην Ταρσό και στην εκκλησία Aχνταμαρ στο Βαν. Δεν γίνεται να κάνουμε βήματα μόνο εμείς. Εάν δεχθούν το θέμα με τα δύο τεμένη [στην Αθήνα] και τον αρχιμουφτή [στη Θράκη], εμείς είμαστε έτοιμοι με ταυτόχρονο βήμα να ανοίξουμε τη Θεολογική Σχολή». Στην ίδια γραμμή κινήθηκαν με πρόσφατες δηλώσεις τους τόσο ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου όσο και ο Τούρκος υπουργός Επικρατείας Εγκεμέν Μπαγίς.

Οι αξιώσεις της Αγκυρας βασίζονται στο Αρθρο 45 της Συνθήκης της Λωζάννης, το οποίο εγγυάται ουσιαστικά τον σεβασμό στα άρθρα της συνθήκης που αναφέρονται στην προστασία των μειονοτήτων και ορίζει ότι: «Τα αναγνωρισθέντα διά των διατάξεων του παρόντος Τμήματος δικαιώματα εις τας εν Τουρκία μη μουσουλμανικάς μειονότητας, αναγνωρίζονται επίσης υπό της Ελλάδος εις τας εν τω εδάφει αυτής ευρισκομένας μουσουλμανικάς μειονότητας». Το Αρθρο 45 έθετε με θετικό πρόσημο τα θεμέλια της αρχής της αμοιβαιότητας, σε συνάρτηση με τις μειονοτικές πολιτικές των δύο κρατών, όμως από τον Ιούλιο του 1923, που υπεγράφη η Συνθήκη της Λωζάννης, έχουν αλλάξει πολλά.

Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης – άρρηκτα συνδεδεμένη με την εύρυθμη λειτουργία του Πατριαρχείου – από το 1844 που ιδρύθηκε μέχρι το 1971, που την έκλεισε το κράτος με πρόσχημα ένα νόμο που έκρινε ως αντισυνταγματική τη λειτουργία ιδιωτικών ιδρυμάτων ανώτερης εκπαίδευσης, υπήρξε το ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα κατάρτισης κληρικών από τους οποίους θα προέρχονταν τα μέλη της Ιεράς Συνόδου και κατά συνέπεια ο εκάστοτε Οικουμενικός Πατριάρχης.

Ενα διάταγμα του 1923 και μία νομαρχιακή εγκύκλιος του 1970 καθιστούν φανερό ότι το κλείσιμό της το ’71 εντασσόταν σε μια γενικότερη πολιτική υπαγωγής του Πατριαρχείου στον απόλυτο έλεγχο του τουρκικού κράτους. Το διάταγμα όριζε ότι οι υποψήφιοι για τον πατριαρχικό θρόνο θα έπρεπε να κατέχουν την τουρκική υπηκοότητα και να εξασκούν τα εκκλησιαστικά τους καθήκοντα εντός της Τουρκίας, σύμφωνα δε με την εγκύκλιο ο νομάρχης Κωνσταντινουπόλεως αποκτούσε το δικαίωμα να διαγράφει από τη λίστα των υποψηφίων ιεραρχών για το πατριαρχικό αξίωμα εκείνους που θεωρούνταν «ακατάλληλοι» από την τουρκική κυβέρνηση.

Η πολιτική αυτή σε συνδυασμό με τη συνεχή και ταχεία πληθυσμιακή «αιμορραγία» της ρωμέικης μειονότητας -συνέπεια διαφόρων τουρκικών καταπιέσεων- και τα νομικά προσκόμματα σχετικά με την πρόσκληση και συμμετοχή ελληνορθόδοξων ιεραρχών του εξωτερικού στην Ιερά Σύνοδο δημιούργησαν ένα σοβαρό και δισεπίλυτο πρόβλημα για το Πατριαρχείο, που θα μπορούσε να αποτελέσει ακόμη και αιτία αναστολής της λειτουργίας του στο εγγύς μέλλον. Ο λόγος είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον αρκετοί ελληνορθόδοξοι Τούρκοι πολίτες για να προετοιμαστούν ως μελλοντικοί ιεράρχες του θρόνου και αυτοί οι λίγοι που πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις δεν έχουν τη δυνατότητα να λάβουν την κατάλληλη εκπαίδευση εξαιτίας του κλεισίματος της Θεολογικής Σχολής. Αρκεί να επισημανθεί ότι μέχρι το 2000 είχαν απομείνει στην Κωνσταντινούπολη μόνο είκοσι μητροπολίτες με τουρκική υπηκοότητα.

Παρασκηνιακές διαβουλεύσεις ανάμεσα στον Τούρκο πρωθυπουργό και τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, καθώς και συνεχείς πιέσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, έδωσαν τον Μάιο του 2010 μια άτυπη και βραχυπρόθεσμη λύση στο θέμα των μητροπολιτών: Η κυβέρνηση Ερντογάν προχώρησε στην κατ’ εξαίρεση απόδοση της τουρκικής υπηκοότητας σε ξένους μητροπολίτες, διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτό την τωρινή λειτουργία του Πατριαρχείου και της Ιεράς Συνόδου και τη διεξαγωγή μιας μελλοντικής πατριαρχικής εκλογής. Ετσι, μέχρι το τέλος του 2011, είχαν λάβει την τουρκική υπηκοότητα είκοσι επιπλέον ιεράρχες.

Παρ’ όλα αυτά, για ακόμη μια φορά, η βελτιωμένη στάση της Τουρκίας δεν αφορούσε και τη Σχολή. Εύκολα διαπιστώνει κάποιος ότι το ζήτημα της Σχολής έπεφτε ξανά θύμα της διαστρέβλωσης του νοήματος της αρχής της αμοιβαιότητας. Το Αρθρο 45 δεν αναφερόταν ρητά στην αμοιβαιότητα, απλώς δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την υιοθέτηση πολιτικών πρακτικών σε αυτή την κατεύθυνση. Ομως η ασαφής αναφορά στην ίδια την αμοιβαιότητα επέτρεπε την ερμηνεία του άρθρου και την εφαρμογή του περιεχομένου του κατά το δοκούν. Αυτή η διαστρέβλωση, μέσα στο πλαίσιο των κατά καιρούς τεταμένων ελληνοτουρκικών σχέσεων, είχε σχεδόν πάντοτε ως αποτέλεσμα την επίκληση του άρθρου ως δικαιολογία εφαρμογής αμοιβαίων αντιποίνων με τη μορφή καταπιεστικών μειονοτικών μέτρων.

Τελικά, είτε με ένταση είτε με ύφεση στις σχέσεις των δύο χωρών, τα διαπραγματευτικά χαρτιά παραμένουν στο τραπέζι και η Σχολή είναι για την Τουρκία ένα από αυτά.

Παρά τις επίμονες τουρκικές πιέσεις η Αθήνα δεν φαίνεται διατεθειμένη να αναπροσαρμόσει την επίσημη μειονοτική πολιτική της απέναντι στους μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης στη βάση μιας διμερούς διαπραγμάτευσης αμοιβαίων ανταλλαγμάτων. Η ελληνική προσέγγιση ξεκινά από μια σωστή αφετηρία διότι η αμοιβαιότητα (θετική ή αρνητική, κινήσεις καλής θέλησης ή αντίποινα) αποδεικνύεται στην πράξη μια ξεπερασμένη τακτική αντιμετώπισης των αιτημάτων των δύο μειονοτήτων.

Βεβαίως, μια σωστή αφετηρία δεν εξασφαλίζει και μια καλή συνέχεια. Οι μειονοτικές πολιτικές εκτός των ορίων της αμοιβαιότητας δεν εγγυώνται αυτομάτως την ευημερία των μειονοτήτων, κυρίως αν λάβουμε υπόψη συγκεκριμένες περιπτώσεις διακρίσεων του ελληνικού κράτους σε βάρος της μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης. Βασική προϋπόθεση θα πρέπει να είναι η εναρμόνιση των μειονοτικών πολιτικών με τα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα και η χάραξή τους με γνώμονα το Διεθνές Δίκαιο και τις συνθήκες προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το ίδιο ακριβώς θα έπρεπε να ισχύει και για την Τουρκία. Η θετική μεταστροφή της τουρκικής στάσης απέναντι στις μειονότητες τα τελευταία χρόνια έδωσε την εντύπωση ότι είχαν ωριμάσει πλέον οι συνθήκες για την εφαρμογή μιας προοδευτικής και εποικοδομητικής μειονοτικής πολιτικής, η οποία θα διέλυε κάθε αμφιβολία τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό σχετικά με τη συνέπεια του Ερντογάν και της κυβέρνησής του στη δέσμευσή τους για ουσιαστικό εκδημοκρατισμό της χώρας. Στην περίπτωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου αυτό θα σήμαινε την ξεκάθαρη – άρα νομική – αναγνώριση του θεσμού και την απρόσκοπτη λειτουργία των ιδρυμάτων του, συμπεριλαμβανομένης και της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.

  • Ομως η απουσία του ζητήματος της Σχολής από τα πρόσφατα μέτρα εκδημοκρατισμού και η μεθοδευμένη ένταξή του από την πλευρά της Τουρκίας σε μια λογική ελληνοτουρκικού παζαριού στο πλαίσιο της παρωχημένης αρχής της αμοιβαιότητας δεν αφήνουν επί του παρόντος πολλά περιθώρια αισιοδοξίας.

* Ιστορικός – Ερευνητής στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών

15/10/13, efsyn.gr

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: